Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

PENNY DREADFUL Έλληνες της americana

Σχετικά καινούριο ελληνικό συγκρότημα είναι οι Penny Dreadful, αφού σχηματίστηκαν το 2010, έχοντας ηχογραφήσει έως σήμερα δύο άλμπουμ – το “Deadwood” το 2013 και το παρόν Pilgrimage [Lenins Modem, 2017] εφέτος (πριν κανα μήνα). Το συγκρότημα κινείται στο χώρο της americana (ή του country-rock όπως το λέγαμε παλαιότερα) κι έχει ως βασικό μέλος του τον Γιάννη Καλιφατίδη που τραγουδά, παίζει κιθάρα και μπάντζο – γνωστός σε όσους από την παρουσία του, πριν δεκαετίες, στους… ψυχεδελο-γκοθάδες Into the Abyss. Άλλα μέλη των Penny Dreadful είναι οι Νίκος Παναγιώτου ντραμς, κρουστά, Πάνος Μπόμπολας μπάσο και Διονύσης Τελιόπουλος ηλεκτρική και resonator κιθάρες. Δίπλα σ’ αυτούς τους τέσσερις παρατάσσονται και κάποιοι guests σε φωνή και φωνητικά (Φλώρα Ιωαννίδη, Ελίνα Ραγκούση…), fender rhodes (Κωστής Ζουλιάτης), pedal steel (John Hardy) και σαξόφωνα (Δημήτρης Παντελιάς). Όλες οι συνθέσεις ανήκουν στα μέλη του γκρουπ (ομαδική δουλειά), ενώ τα λόγια είναι του Γιάννη Καλιφατίδη.
Ξεκινώντας απ’ αυτά τα τελευταία, τα λόγια, θα έλεγα πως ανταποκρίνονται στις επιταγές, αν θεωρήσουμε πως υπάρχουν τέτοιες, της americana. Διακρίνονται ανάμεσα σε άλλα για τα… φυσιολατρικά χαρακτηριστικά τους, που αποτελούν συχνά το περιβάλλον προκειμένου να εξελιχθούν οι διάφορες ιστορίες – ιστορίες αγάπης, ιστορίες με «ξένους» και παρίες, ιστορίες σχετικές με τη θρησκευτική πίστη ή την έλλειψη και την αναζήτησή της καλύτερα κ.λπ.
Από ’κει και πέρα υπάρχουν οι μουσικές, οι ερμηνείες, η παραγωγή... Οι πρώτες είναι πολύ καλές, που δείχνουν έμπνευση και δύναμη, και κομμάτια όπως τα “Death blow”, “Love walks on a wire” και “Graveyard Muley” θα μπορούσε να διαπρέπουν οπουδήποτε στην Ελλάδα ή την Αμερική. Εκεί όπου υπάρχει ζήτημα είναι στην πρώτη αντρική φωνή και στην παραγωγή. Ο Καλιφατίδης μου ακούγεται κάπως «λίγος», χωρίς ιδιαίτερο βάθος, όγκο και χρώματα η φωνή του δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Ίσως αυτό να είναι και τεχνικό θέμα, παραγωγής κ.λπ.... δεν ξέρω. Βεβαίως υπάρχουν οι δεύτερες φωνές που σηκώνουν αρκετό από το απαιτούμενο βάρος, γεμίζοντας το «κάδρο» (άκου πώς αλλάζει προς το… ανωτερότερο το “Desert shore” π.χ., όταν μπαίνει η γυναικεία φωνή). Γενικώς, ο Καλιφατίδης χειρίζεται με γνώση τις άλλες γυναικείες φωνές (πρώτες και δεύτερες) και αυτό καλύπτει κάπως το θέμα, που σε κάθε περίπτωση χρήζει περισσότερης προσοχής. Επίσης η παραγωγή θα ήθελε κάτι ακόμη – αν και τώρα εδώ μπαίνουν και θέματα «προσωπικής άποψης». Εγώ πάντως την ακούω κάπως «ξερή» και χωρίς ιδιαίτερα vibes.
Τι θέλω να πω… Στο “Pilgrimage” υπάρχουν μερικά καταπληκτικά τραγούδια (κομμάτια σαν το “Comes a time” δεν γράφονται εύκολα από ελληνικά συγκροτήματα), που δείχνουν το αυτονόητο, πως οι Penny Dreadful είναι ένα έτοιμο γκρουπ, που με κάποιες βελτιώσεις (οι οποίες μπορεί να γίνουν εύκολα) θα πατήσει σίγουρα κορυφή. Εμπρός λοιπόν…

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 52

30/10/2017
Επί Τσάρου πηγαίναμε εκκλησία, δεν περιμέναμε 10 χρόνια για ν’ αγοράσουμε Τράμπαντ και κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα… (γέλια)

29/10/2017
ΚΑΙ Ο ΑΙΣΧΥΛΟΣ ΑΥΣΤΡΑΛΟΣ ΗΤΑΝ...
>>Tρελαίνομαι για τον Nick Cave, τον Tom Waits και τον Bob Dylan. Η Ελλάδα τον αγαπάει τον Cave γιατί είναι σα να μιλάει ο Aισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης. Πιο πολύ για Αισχύλο τον κόβω. Τον αγαπάμε γιατί είναι Αυστραλός, γιατί έχει μιλήσει για πολλά πράγματα με ουσία, γιατί είναι καουμπόης.<<
Ροκ βλακείες του Γιάννη Στάνκογλου στο popaganda
>> - Γιατί έχει μείνει τόσο ο Καλιγούλας στο μυαλό μας, σχεδόν περισσότερο από κάθε άλλον Ρωμαίο αυτοκράτορα;
- Νομίζω ότι συνέβαλε και η σοφτ πορν ταινία του 1979 με πρωταγωνιστή τον Μάλκομ ΜακΝτάουελ στο να φτιαχτεί ένας μύθος πιο δυνατός.<<
Ας του πει κάποιος του Στάνκογλου πως ο Καλιγούλας είναι hard core και όχι soft core. Ως hard core τον είχα δει εγώ το 1980.

29/10/2017
Απαράδεκτος. Γελοιότητες…
Δεν υπάρχει «συγγνώμη» από πολιτικό. Μόνο για λάθη ιστορικά στο βάθος του χρόνου. Το «συγγνώμη» είναι λέξη της πλάκας, όταν απευθύνεται από πολιτικό προς τον κόσμο για τρέχοντα ζητήματα. Ο υπουργός, που έχει φιλότιμο, παραιτείται, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του. Όλα τ’ άλλα είναι επικοινωνιακά παιγνίδια, που ταιριάζουν μόνο σε λιμοκοντόρους…

28/10/2017
Απ’ όσα διάβασα (κριτικές, περιγραφές σκηνών, συμβολισμοί κ.λπ.) η νέα ταινία του Βούλγαρη (σε σενάριο δικό του και της Καρυστιάνη) για τους 200 εκτελεσθέντες κομμουνιστές της Καισαριανής και για τον ήρωα Σουκατζίδη θα πρέπει να είναι ανούσια – όπως σχεδόν όλες του, όπως σχεδόν πάντα.
Αν την έχει δει κανείς, ας πει μια γνώμη...

28/10/2017
Δεν ξέρω ποιοι καραγκιόζηδες είναι αυτοί που κατάργησαν τα χάρτινα εισιτήρια πριν την ώρα τους – και το λέω γιατί στη γειτονιά μου, στα τρία περίπτερα από τα οποία τα προμηθευόμουν, δεν υπάρχει ούτε λέπι. Πρόκειται για χυδαίους σφουγγοκωλάριους (οι δικοί μας), στους οποίους έχουν βάλει το μαχαίρι στο λαιμό οι υποψήφιοι αγοραστές των οργανισμών συγκοινωνιών (η Αττικό Μετρό οδεύει για το υπερταμείο ως γνωστόν, δηλαδή πάει για ξεπούλημα), για να προωθήσουν με κάθε τρόπο και όπως να ’ναι το ηλεκτρονικό εισιτήριο, προκειμένου να είναι πιο ελκυστικό το συνολικό πακέτο στον υποψήφιο αγοραστή. Στα τέτοια τους η ταλαιπωρία του κόσμου, των γέρων κ.λπ., που πρέπει να στήνονται 1-2 ώρες στις ουρές για να πάρουν την ηλεκτρονική κάρτα, το «έξυπνο» εισιτήριο και όλες τις άλλες παπαριές που πουλάνε.
Προσωπικά, με βλέπω να ξαναμπαίνω σε μέσο μετά τα Χριστούγεννα, όταν θα έχει κάτσει κάπως η σκόνη. Και βλέπουμε… Να ’ναι καλά τα πόδια μας μόνο…

28/10/1967
Βγαίνουν διάφοροι γεροξούρες ιστορικοί και κάτι πληρωμένοι τσάτσοι των αγορών και μας κάνουν αναλύσεις του κώλου για την Οκτωβριανή Επανάσταση και περαιτέρω για τον κομμουνισμό. Εμείς δε ζήσαμε κομμουνισμό εδώ πέρα, οπότε η γνώμη μας… δε μετράει. Μετράει όμως η γνώμη εκείνων που τον έζησαν.
Βάσει δημοσκοπήσεων λοιπόν, ερωτημάτων και αναλύσεων (ανάλογα με την περίπτωση), στη Ρουμανία, το 44,4% θεωρεί πως ζούσε καλύτερα επί κομμουνισμού, το 15,6% λέει ότι ήταν το ίδιο, ενώ το 33,6% υποστηρίζει πως τότε ήταν χειρότερα. 
Στη Ρωσία, σε σχετική έρευνα, για μόλις το 7% των ερωτηθέντων η λέξη «κομμουνισμός» είχε αρνητική έννοια, ενώ το 69% των πάνω από 60 ετών, και το 50% των 18-30 πιστεύει και θεωρεί ότι η ζωή ήταν καλύτερη επί κομμουνισμού.
Στη Βουλγαρία μόλις ένας μικρός αριθμός ατόμων αντιμετωπίζει τον κομμουνισμό ως «εγκληματικό καθεστώς».
Στην Ουγγαρία το 72% των Ούγγρων θεωρούν ότι ζούσαν καλύτερα επί κομμουνισμού, περισσότεροι από τους μισούς πρώην Ανατολικογερμανούς πιστεύουν το ίδιο, ενώ ακόμη και στην… αναπτυγμένη Τσεχία το 28% λέει ότι ζούσε καλύτερα επί κομμουνισμού και μόνο το 23% λέει πως ζει καλύτερα τώρα.
Περαιτέρω, το 81% των Σέρβων θεωρεί ότι ζούσε καλύτερα επί ενωμένης Γιουγκοσλαβίας κ.λπ., κ.λπ. 
Πιστέψτε όποιους θέλετε. 
Communist nostalgia in Romania
https://www.opendemocracy.net/can-europe-make-it/raluca-besliu/communist-nostalgia-in-romania 
72% of Hungarians say that it was better living under communism than now 
https://www.revleft.space/vb/threads/179984-72-of-Hungarians-say-that-it-was-better-living-under-communism-than-now 
Daring to remember Bulgaria, pre-1989
Why Russians Still Don't Hate Communism 
Polls show: Eastern Europeans miss Communism. 

26/10/2017 
Σκεφτείτε τη Γη σαν σύνολο, σαν πλανήτη, και σκεφτείτε τι σημαίνει το παγκόσμιο χρέος να είναι 3πλάσιο από το παγκόσμιο ΑΕΠ. Ο… χαζός θα ρωτούσε αμέσως. Πώς είναι δυνατόν όλο το αληθινό προϊόν του πλανήτη να αποτιμάται σε 74 τρισ. και το χρέος να ξεπερνά τα 220 τρισ.; Από πού δανείζεται ο πλανήτης, για να καλύψει αυτό το ανύπαρκτο ποσό; Από τον Άρη ή από τον Κρόνο; Γιατί μόνο αυτό θα αιτιολογούσε μια τέτοια σχέση. Το να δανείζεσαι από το… διάστημα. Ή από το Θεό…
Κάτι λένε επ’ αυτού οι Ζιλ Ντελέζ και Φελίξ Γκουατταρί, στο συγκλονιστικό «Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια / Ο Αντι-Οιδίπους» [Εκδόσεις Ράππα, 1977], ότι η έννοια του ατέρμονου χρέους είναι… για να το πω κάπως απλά… ένα μονοθεϊστικό αποκύημα, καθώς, σε επίπεδο συμβόλου, ακόμη και ο Θεός-Σωτήρας χρεώθηκε επ’ άπειρον τις… αμαρτίες μας για να μας σώσει από τα τάρταρα.
Κοινώς, στον καπιταλισμό είναι αποφασισμένο να πληρώνεις χρέη μέχρι να παγώσει η Κόλαση.

ο ONEPOINTWO είναι από τη Θεσσαλονίκη

Onepointwo είναι το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο (έτσι το λέγανε παλιά, τώρα μπορεί να το ακούσεις και ως «πρότζεκτ», «περσόνα» κ.λπ.) του Κωνσταντίνου Γιαζλά από τη Θεσσαλονίκη. Ο Γιαζλάς δεν είναι άγνωστος στην εγχώρια ηλεκτρονική σκηνή, αφού τον συναντάμε στους Keene (είχαν ηχογραφήσει πριν μια δεκαετία για την Poeta Negra) και στους SANS (κι απ’ αυτούς βγήκε ένα άλμπουμ πρόπερσι, ξανά για την Poeta Negra).  
Ως Onepointwo ο Γιαζλάς μάς παρουσιάζεται τώρα με το άλμπουμ πέντε κομματιών Melt Into the Sun [Onepointwo Musick, 2017], που είναι electro συχνά μ’ έναν lo-fi, στοιχειώδη και παλιομοδίτικο τρόπο. Αν και τα ηλεκτρονικά που χειρίζεται ο Γιαζλάς δεν έχουν τα timbre των ανάλογων αναλογικών οργάνων του ’50 και του ’60 –το λέω, γιατί το «στοιχειώδες» με παραπέμπει στις εγγραφές του Dick Hyman π.χ. με τα moog σύνθια κ.λπ.–, εντούτοις το αποτέλεσμα είναι «μια χαρά», γιατί υπάρχουν ιδέες, απλές ιδέες, που διεκπεραιώνονται με σωστό τρόπο.
Όχι, το “Melt Into the Sun” δεν χάνεται στην αυτοϊκανοποίηση και την και-καλά αβαντγκαρντίλα. Έχει πιο πεζά electro χαρακτηριστικά, ακόμη και στο έσχατο, φερώνυμο και 16λεπτο track, που μπορεί να ξεκινάει με… ραδιο-ψάξιμο στα βραχέα και λεπτούς βόμβους, πριν εξελιχθεί σ’ ένα κλασικό electro, με ελαφρώς μοτόρικη διάθεση και τύπου Tangerine Dream (τύπου λέμε) eighties ανάπτυξη.
Καλή και άξια η προσπάθεια, και ωραίο το packaging του limited CD

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

BLUES REVIVAL 23: PEG LEG HOWELL (1888-1966)

Γεννημένος ως Joshua Barnes Howell στην Eatonton της Georgia, ο Peg Leg Howell πέρασε στην ιστορία ως ο πρώτος country bluesman που ηχογράφησε για την Columbia την 8η Νοεμβρίου 1926. Η πρωτιά αυτή δεν θα είχε καμμία αξία, αν ο ξυλοπόδαρος μουσικός δεν ήταν από αυτούς που επηρέασαν όσο ελάχιστοι άλλοι την στα σπάργανα ακόμη blues σκηνή – όχι μόνο γιατί μπήκε σε στούντιο τόσο νωρίς, αλλά και γιατί έγραφε εξαιρετικά τραγούδια και σκοπούς, όπως τα περίφημα “Skin game blues” και “Beaver slide rag”. Το τελευταίο μαζί με την παρέα των Eddie Anthony βιολί και Henry Williams κιθάρα.
Η καριέρα του Peg Leg Howell θα διακοπεί ξαφνικά το 1934, όταν θα πεθάνει ο φίλος του Eddie Anthony – ένα γεγονός που θα τον οδηγήσει να εγκαταλείψει τις ηχογραφήσεις για σχεδόν 30 χρόνια.
Τον αποκαμωμένο μουσικό, που εν τω μεταξύ είχε χάσει και το άλλο πόδι του από διαβήτη, τον ανακάλυψαν το 1963 οι George Mitchell, Roger Brown και Jack Boozer.
Ο Howell βρισκόταν σε κακή κατάσταση (η υγεία του ήταν επισφαλής), ενώ και τα δάκτυλά του είχαν χάσει την ευλυγισία τους (όπως γράφει και ο Bob Groom στο The Blues Revival). Παρ’ όλα αυτά δεν θα χρειασθούν πολλά προκειμένου να πεισθεί να ξαναηχογραφήσει (Ατλάντα, 11 Απριλίου 1963). Πρόθυμον το πνεύμα η σαρξ όμως;
Περιττό να πούμε πως το session δεν ήταν επιτυχές. Ο βασανισμένος μουσικός δύσκολα μπορούσε να βάλει κάποια πράγματα σε τάξη. Ένα θλιβερό προφανώς ντοκουμέντο, σκληρό τέλος μιας μεγάλης προσωπικότητας του blues.
Δισκογραφία
1. The Legendary Peg Leg Howell – Testament T-204 – 1964

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ η «τραγουδίστρια της νίκης» ως φερέφωνο της άρχουσας τάξης και μοχλός της αντικομμουνιστικής υστερίας στη δεκαετία του ’40

Την παραμονή της 28ης Οκτωβρίου, και ανήμερα φυσικά, τα... αντιφασιστικά τραγούδια της Σοφίας Βέμπο έχουν την τιμητική τους. Ακόμη κι αν θελήσεις να τ’ αποφύγεις δεν γίνεται. Κάπου θα πέσεις πάνω τους. Στους δρόμους (κατά τη διάρκεια των παρελάσεων), στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο… Βεβαίως, ακόμη κι αν δεν τα πάρεις χαμπάρι τώρα είναι σίγουρο πως τα ξέρεις από τότε που ήσουνα παιδί και στα έκαναν κατάπλασμα στο σχολείο μαζί με τα… «Ζήτω ο Στρατός», «Ζήτω το Έθνος» και τ’ ανάλογα.
Για ποια τραγούδια όμως συζητάμε; Μα για τα «Κορόιδο Μουσολίνι», «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά», «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», «Στον πόλεμο βγαιν’ ο Ιταλός» κ.λπ. Υπήρχαν κι άλλα, φυσικά, που ήταν ακόμη πιο ολοφάνερα γελοία, αλλά αυτά δεν παίζονται στις γιορτές και τις επετείους –αφού ψιλοκρύφτηκαν μέσα στα χρόνια– οπότε φτηνά τη γλιτώνουμε.
Ιδιαίτερη κατηγορία, μέσα σ’ αυτή την ομάδα τραγουδιών, αποτελούν εκείνα που ήταν γνωστά με άλλους στίχους πριν τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, για ν’ αποκτήσουν καινούριους κατά τη διάρκειά του. Για παράδειγμα το «Κορόιδο Μουσολίνι» ήταν διασκευή από το ιταλικό “Reginella Campagnola” του Eldo Di Lazzaro, στο οποίο είχαν μπει ελληνικοί στίχοι από τον Πωλ Μενεστρέλ («Μικρή χωριατοπούλα»), πριν τους αλλάξει ο Γιώργος Οικονομίδης, μετά την 28η Οκτωβρίου 1940, σε «Κορόιδο Μουσολίνι». Όλοι, επίσης, ξέρουν τη «Ζεχρά» (Μιχάλης Σουγιούλ-Αιμίλιος Σαββίδης) και πώς μετατράπηκε σε «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» με στίχους του Μίμη Τραϊφόρου. Όπως το ίδιο συνέβη και με το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», που κι αυτό είχε άλλους στίχους στην αρχή (ήταν η «Βάσω» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη), για να μετατραπεί από τον Γιώργο Θίσβιο σε παρωδία για τον ιταλό φασίστα.
Μια δεύτερη κατηγορία πατριωτικών, υποτίθεται, ασμάτων, ήταν εκείνα που γελοιοποιούσαν τοπικές αγροτικές προφορές. Τέτοιες βλακείες τραγούδησε και η Βέμπο, με πιο χαρακτηριστικό δείγμα το «Στον πόλεμο βγαιν' ο Ιταλός». Τα θυμόσαστε τα λόγια: «Στον μπόλεμο βγαίνει ο Ιταλός/ και ο τσουλιάς του λέει/ έβγα Μουσουλί/ ρε μι του φσταν’ του κουρουμπλί/ γιατί δεν βγαίνεις καταδώ/ κι έχω μια όρεξ’ ορέ να σε ιδώ».
Υποτίθεται, τώρα, πως με κάτι τέτοιες ασυναρτησίες αναπτερωνόταν το ηθικό των στρατιωτών, που πολέμαγαν στο μέτωπο. Οι οποίοι στρατιώτες, στο Τεπελένι και την Κορυτσά, στα διαλείμματα των μαχών, την άραζαν στα καφενεία, άνοιγαν ραδιόφωνο και από τα βραχέα έπιαναν Αθήνα ή έπαιζαν στα γραμμόφωνα των μονάδων τους τούς δίσκους που τους έστελναν από τα επιτελεία (γέλια)… Και το «Στον πόλεμο βγαιν’ ο Ιταλός» είχε βεβαίως στην αρχή άλλους, κοροϊδευτικούς πάντα, στίχους («Στη Λαρ’σα βγαιν’ η Αυγερινός / στ’ν Ανακασά η Πούλια»…), καταχωρισμένο στους Απόστολο Μοσχούτη και Σοφία Βέμπο.
Να πούμε, βεβαίως, πως μετά τη γερμανική κατοχή τα δημοτικά τραγούδια (και τα δημοτικοφανή) περνούσαν από σκληρή κρησάρα, από τη λογοκρισία (τη δοσιλογική, τού κατοχικού υπουργείου Τύπου και Ραδιοφωνίας, και την ιταλογερμανική των κατακτητών), προκειμένου να τους επιτραπεί ν’ ακουστούν στα θέατρα ή σε συναυλίες. Ακόμη και οι παραδοσιακές φορεσιές συχνά δημιουργούσαν ζόρια, επειδή παρέπεμπαν στην αδούλωτη ύπαιθρο, ενώ και τα ντεκόρ (ζωγραφισμένα βουνά π.χ.) λογοκρίνονταν επειδή παρέπεμπαν στους αντάρτες. Για την πορεία του δημοτικού τραγουδιού στην Αθήνα την περίοδο της Κατοχής λέει πολλά ενδιαφέροντα η μακαρίτισσα ηθοποιός και τραγουδίστρια (σύζυγος του Λαυρέντη Διανέλλου) Φρόσω Κοκκόλα στο βιβλίο της Ήλιε Ανάτειλε Ήλιε Λάμψε και Δωσ’ μου [Ιδιωτική Έκδοση, 1989].
Εκείνο που θέλω να πω είναι πως τη χειμερινή περίοδο 1940-41 είχε στηθεί μια «μηχανή», που έκοβε πατριωτικές επιθεωρήσεις της χλαπάτσας (Αέρα Ντούτσε, Κορόιδο Μουσολίνι, Μπράβο Κολονέλλο, Φινίτο Μπενίτο κ.ά.) και αντιφασιστικά υποτίθεται τραγούδια, με όχημα τη Σοφία Βέμπο (κυρίως), παραπλανώντας κατά βάση τον κόσμο και σπέρνοντας μιαν αναίτια μακαριότητα και εφησυχασμό, όταν η αστική τάξη (από την οποία προέρχονταν αυτά τα τραγούδια και την οποίαν, κατά πρώτον, εξέφραζαν) προετοίμαζε τα δικά της σχέδια για τη χώρα. Ποια σχέδια;
Μα μαρτυρά επί τούτου το γελοίο άσμα τής Σοφίας Βέμπο «Αγγλοελληνική συμμαχία» από το 1941 (μουσική Βέμπο –δεν ήταν δικό της, αγγλικό μαρς ήταν–, στίχοι Πωλ Μενεστρέλ), στο οποίο άκουγες λόγια σαν και τούτα:
«Η Αθήνα τώρα έχει αλλάξει/ με των πραγμάτων τη νέα τάξη/ μα όχι ευτυχώς εκείνη/ που ήθελε ο Μουσολίνι.(…) Με τους Βρετανούς εμείς/ έχουμε κοινά σημεία/ το συναίσθημα τιμής/ και ψυχή στην τρικυμία. Σκώτο αυτοί, εμείς Τσολιά/ ένα σκοπό τη Λευτεριά/ Γιώργο οι δυο μας βασιλιά/ ζήτω το ουίσκι και η ρετσίνα».
Αντιλαμβάνεστε λοιπόν τον… πατριωτισμό τού «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» και των υπολοίπων χαζοτράγουδων, όπως και τις πραγματικές επιλογές τής άρχουσας τάξης (βασιλιάδες, αστοί πολιτικοί, ηγεσία του στρατού κ.λπ.) και βεβαίως το πώς απροκάλυπτα αποτυπώνονταν μέσα σε τούτες τις στιχουργικές αηδίες.
Όταν τον Απρίλη του ’41 οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα η δισκογραφία πεθαίνει. Το εργοστάσιο τής Columbia, στη Ριζούπολη, κλείνει και παραδίδεται στους κατακτητές. Η λογοκρισία, όπως και ο γενικότερος έλεγχος στις παραστάσεις είναι ανηλεής. Η Βέμπο, που αποτελεί… εθνικό κεφάλαιο, είναι προτιμότερο να φυγαδευτεί, παρά να μείνει εδώ και να δουλέψει όπως μπορεί. Εξάλλου την είχε ανάγκη και ο αποδεκατισμένος ελληνικός στρατός στη Μέση Ανατολή (μαζί με το βασιλιά και τους υπόλοιπους σφουγγοκωλάριους). Όπως γράφει και ο Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης στο βιβλίο του Μούσα Πολύτροπος [Μετρονόμος, 2007]:
«Ορισμένοι καλλιτέχνες της επίσημης κουλτούρας φεύγουν στο εξωτερικό (σ.σ. η Βέμπο έφυγε τέλη του ’42 για τη Μέση Ανατολή) μαζί με την κουστωδία των πολιτικών και των άλλων ποντικών της γραφειοκρατίας. Όσοι παραμένουν ακολουθούν το ίδιο προπολεμικό ελαφρό ύφος. Μολονότι περιορίζεται, φυσικά, ο χαρούμενος τόνος, το επίσημο τραγούδι, που ακούγεται σε χοροεσπερίδες, άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις και στο ραδιόφωνο είναι γερμανικό ή γερμανογενές. Όταν δεν έχει εμβατηριακό, ναζιστικό περιεχόμενο, ζέχνει ερωτικής ευθυμίας, σα να μη συμβαίνει τίποτα κακό. Ατάραχη η εγχώρια… καλή κοινωνία κάνει παιχνίδι στις βεγγέρες του κατακτητή. Πού να τρέχει να βρει τον… χοντρό λαό, ο οποίος πεθαίνει της πείνας στους δρόμους, αλλά και αγωνίζεται».
Το Φλεβάρη του ’46 η Βέμπο επιστρέφει στην Ελλάδα από την Αίγυπτο, μέσω Ρόδου, με το αντιτορπιλικό Κρήτη. Είναι πλέον η επίσημη τραγουδίστρια της εθνικής αφήγησης, έτσι όπως εκείνη έχει διαμορφωθεί μετά τα Δεκεμβριανά. Επειδή οι καιροί είναι δύσκολοι η «Τραγουδίστρια της Νίκης πιάνει αμέσως δουλειά. Όμως, για ποιαν ακριβώς Νίκη συζητάμε;
Ο χαρακτηρισμός αυτός δόθηκε στη Βέμπο, αφότου γύρισε από την Αίγυπτο (μετά και τα Δεκεμβριανά). Δεν δόθηκε ούτε το ’40, ούτε το ’41. Νονός της, δε, ήταν ο γνωστός δημοσιογράφος και κριτικός Αχιλλέας Μαμάκης, ο οποίος έγραφε το 1949:
Εμπρός (7 Ιουνίου 1949)
«Τώρα όλοι την ξέρουν “Η τραγουδίστρια της Νίκης”. Έλαχε να είμαι ο “νονός”, γιατί πρωτόγραψα τον όρον ύστερα από την απελευθέρωσι. Το αισιόδοξο τραγούδι της μιλεί βαθειά στην ψυχή του Έθνους. Μίλησε στον πόλεμο της Αλβανίας. Μίλησε στην κατοχή και συνήγειρε τις φούκτες των πολεμιστών της Μέσης Ανατολής. Μίλησε ύστερα από το τέλος της καταιγίδος και από την μεταδεκεμβριανή Αθηναϊκή σκηνή, σκόρπισε τα πρώτα κηρύγματα της εθνικιστικής εξορμήσεως εναντίον των νέων εχθρών της Πατρίδος. Μίλησε στη συνείδησι των ομογενών της Αμερικής. Και μιλεί ξανά τώρα τρέχοντας απ’ το Γράμμο και το Βίτσι έως τον Πάρνωνα και μετά στα προκεχωρημένα φυλάκια των φαντάρων, που αντιμετωπίζουν τα τελευταία υπολείμματα του συμμοριτισμού».
[από το Μούσα Πολύτροπος, όπως και πιο πριν]
Ένα από τα πρώτα τραγούδια που ηχογραφεί η Βέμπο μετά την επιστροφή της, το 1946, είναι και το «Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου» (Σουγιούλ-Τραϊφόρος) στο οποίο ελέγχονται οι Άγγλοι και γενικότερα οι σύμμαχοι (γιατί μας έριξαν στη μοιρασιά). Διατυπώνονται δηλαδή, μέσω των στίχων, μερικά από τα πιο κλασικά εθνικά-ιμπεριαλιστικά ιδεώδη.
Περαιτέρω, όταν η Βέμπο επισκέφτηκε τη σύμμαχη χώρα ΗΠΑ, το 1948, βρέθηκαν εφημερίδες που θέλησαν να την μετατρέψουν ακόμη και σε σύμβολο της αντίστασης! Διαβάζουμε στο Εμπρός (4/8/1948):
«ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΒΕΜΠΟ Ν. ΥΟΡΚΗ . 3. Η Ελληνίς καλλιτέχνις Σοφία Βέμπο κατά σημερινήν απογευματινήν εφημερίδα της Ν. Υόρκης πρόκειται να τραγουδήση Αμερικανικόν τραγούδι υπό τον τίτλον “Το παιδί της Φύσεως” (σ.σ. το “Nature boy” του Eden Ahbez). Το τραγούδι αυτό θα καταστή το μέλλον λαϊκόν τραγούδι εις τας Ηνωμένας Πολιτείας, γράφει η ίδια εφημερίς ήτις δημοσιεύει και φωτογραφίαν της Σοφίας και σχετικόν άρθρον εις το οποίον εξαίρει την στάσιν της εις την κατοχήν. Αναφέρει ότι κατά την κατοχήν η Βέμπο τραγουδούσε εις τον σταθμόν Αθηνών άσματα με αλληγορικήν έννοιαν και ότι εν εξ αυτών με τον τίτλον “Κάθε βραδάκι στις οκτώ” εσήμαινε και από μίαν απόπειραν εναντίον των Γερμανών εκ μέρους του Ελληνικού κινήματος αντιστάσεως εις το οποίον ήτο αναμεμιγμένη. Τελικώς όμως οι Γερμανοί ηνόησαν περί τίνος επρόκειτο και την εκακοποίησαν, χωρίς όμως να κατορθώσουν να καταστρέψουν και το ποίημά της».
Άρες-μάρες κουκουνάρες δηλαδή. Άκου αντιστασιακό άσμα το «Κάθε βραδάκι στις οκτώ» (που ήταν προπολεμικό τραγούδι της Δανάης)!!
Το καλοκαίρι του ’49, όταν οι μάχες μεταξύ δημοκρατικού και εθνικού στρατού περνούσαν στο τελευταίο και πιο κρίσιμο στάδιό τους στη Μακεδονία, η Βέμπο τίθεται ξανά στην υπηρεσία του Έθνους. Διαβάζουμε από το Εμπρός (7 Ιουνίου 1949):
«Προερχόμενη εκ Λευκωσίας της Κύπρου αφίκετο χθες την 2.30 μ.μ. εις Αθήνας δια του ελληνικού αεροπλάνου ‘Κόρη των Αθηνών’ η ‘Τραγουδίστρια της Νίκης’ κ. Σοφία Βέμπο. Η εκλεκτή καλλιτέχνις από της 10ης τρέχοντος τίθεται εις την διάθεσιν του Γενικού Επιτελείου Στρατού το οποίον και θα κανονίσει τα της μεταβάσεώς της εις την Βόρειον Ελλάδαν προς ψυχαγωγίαν των Ενόπλων Δυνάμεων. Παραλλήλως η κ. Βέμπο θα οργανώση εντός του μηνός και μίαν συναυλίαν, αι εισπράξεις της οποίας θα διατεθούν εξ ολοκλήρου υπέρ των συμμοριοπλήκτων».
Και πάλι από την ίδια εφημερίδα οκτώ μέρες αργότερα (15 Ιουνίου 1949):
«Παρούσα πάλιν εις τον αγώνα του Έθνους η Σοφία Βέμπο. Την ακούσαμε προχθές από το σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων και η φωνή της, η γεμάτη έκφρασιν και θερμόν παλμόν μας εθύμισε τας ωραίας συγκινήσεις του Αλβανικού πολέμου.(…) Αργότερα εις την Μ. Ανατολήν η Βέμπο συνέχισε την πατριωτικήν της δράσιν(…). Τα τελευταία δύο χρόνια, ευρίσκουν την καλλιτέχνιδα εις την Αμερικήν να προπαγανδίζη με τα ωραία τραγούδια της και τα ελληνικά κοστούμια της την υπόθεσιν της Ελλάδος. Από εκεί μας ήλθε, έπειτα από πρόσκλησιν του Γεν. Επιτελείου Στρατού και φεύγει σήμερα ακριβώς για την Βόρειον Ελλάδα. Θα τραγουδήση για τους στρατιώτας μας που αγωνίζονται εκεί επάνω δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος. Όπως εις τον Αλβανικόν πόλεμον, έτσι και τώρα η Βέμπο δίδει το παρόν εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος».
Φυσικά το τραγούδι θα μπει και πάλι αρωγός για την… εθνική προσπάθεια, που στόχο τώρα έχει τον αφανισμό εκείνων που αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της πατρίδας και την παράλληλη στήριξη (ηθική, οικονομική και άλλη) των εθνικοφρόνων, των δοσίλογων και των παιδιών τους, που υπηρετούσαν τότε στο στράτευμα.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση η «Ζεχρά», δηλαδή το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά», αποκτά και πάλι νέους στίχους και ως «Άρχισε ο χειμώνας πάλι», γίνεται ένας νέος ύμνος για τους πρώην χίτες και ταγματασφαλίτες.
«Κάθε βράχος και ποτάμι/ και τα Βίτσια και οι Γράμμοι το προστάζουνε/ να ντυθούν οι αντρειωμένοι, που η Ελλάδα δεν πεθαίνει/ πάντα κράζουνε…».
Με τους... μαχητές του Γράμμου (Εμπρός, 30/6/1949)
Ακόμη και μετά την κατατρόπωση των… εαμοβούλγαρων, που είχαν απελευθερώσει εν τω μεταξύ την πατρίδα, εκτός από το Σύνταγμα και το Κολωνάκι, πριν τα «απελευθερώσουν» κι εκείνα οι… Σκόμπιδες πνίγοντας την Αθήνα στο αίμα, η Βέμπο δεν σταματά την εθνική αποστολή της, καθώς η χάρη της φτάνει πια μέχρι και τον… Νέο Παρθενώνα τής εθνικής αναμορφώσεως. Πάντα από το Εμπρός (16 Οκτωβρίου 1949):
«Η κ. Σοφία Βέμπο ανεχώρησε χθες δια Μακρόνησον. Η “Τραγουδίστρια της Νίκης” θα παραμείνει εκεί επί τρεις ημέρας, κατά τας οποίας θα εκτελέση τρία διαφορετικά προγράμματα με τα ωραιότερα τραγούδια του ρεπερτορίου της. Την κ. Βέμπο συνώδευσαν εις την Μακρόνησον ο κ. Τραϊφόρος και ο μουσικός συνεργάτης της κ. Μανωλιτσάκης».
Ας βάλουμε κάπου εδώ μια τελεία.
Το κλιπ που ακολουθεί είναι γυρισμένο επί χούντας (1968), αλλά τον φάκελο «Βέμπο-χούντα» θα τον ανοίξουμε άλλη φορά…
 

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

μερικά εξαιρετικά σύγχρονα ροκ άλμπουμ (κι ένα ανέκδοτο από το χθες) θα βρείτε εδώ

COLLAPSE UNDER THE EMPIRE: The Fallen Ones [Finaltune Records, 2017]
Από τα καλά ονόματα-σχήματα του σύγχρονου γερμανικού rock (τα… post-rock ξεχάστε τα στο δισκορυχείον), οι Collapse Under the Empire, δηλαδή οι Chris Burda και Martin Grimm, έχουν καινούριο άλμπουμ που τιτλοφορείται “The Fallen Ones”, έχοντας περαιτέρω για βάση (αισθητική) το βρετανικό synth-wave τής δεκαετίας του ’80. Πάνω σ’ αυτή, λοιπόν, τη βάση χτίζουν οι Γερμανοί, προσθέτοντας βαριά έως βαρύγδουπα vibes, τροφοδοτημένα μέσω κιθαρών και το ίδιο «ασήκωτων» rhythm sections. Εδώ δεν είναι όλα τα tracks μόνο βαρύγδουπα στη δύναμή τους, μα ακόμη και στην… ηρεμία τους. Εννοώ, πως ακόμη και στους πιο χαμηλούς τόνους οι Collapse Under the Empire διαθέτουν ένα επικό στοιχείο, πάντα σκοτεινό και πάντα ανεξερεύνητο. 
Υπάρχουν πολλά συγκροτήματα σήμερα, στον κόσμο, που παίζουν έτσι και ανάμεσά τους και ελληνικά φυσικά, όπως οι Electric Litany ας πούμε – αν και οι δικοί μας είναι πιο φωτεινοί-λυρικοί. Όχι, δεν λείπει ο λυρισμός από τους Burda και Grimm, απλώς περνάει μέσα από τευτονικές συμπληγάδες και βγαίνει κάπως… ταλαιπωρημένος. Λέω και τούτο. Όπου τα πλήκτρα παίρνουν το πάνω χέρι στις ενοργανώσεις του ντούο τα πράγματα είναι μάλλον καλύτερα (το λέω, γιατί οι κιθάρες κατά βάση στριγγλίζουν παρατεταμένα στα περισσότερα tracks, υποκαθιστώντας επί της ουσίας τα πλήκτρα). Κι είναι ένα θέμα τούτο με τα συγκεκριμένα γκρουπ. Ο minimal τρόπος, δηλαδή, που χρησιμοποιούν τις κιθάρες, που είναι οπωσδήποτε μονότονος και εν τέλει λιγωτικός. Θες και κάτι ακόμη…
Μεταξύ των ωραιότερων κομματιών του CD θα τοποθετούσα οπωσδήποτε τα “A place beyond” και “Blissful” (αμφότερα στη μέση του άλμπουμ), και ακόμη το έσχατο “The end falls”.
THE SPACELORDS: Water Planet [Tonzonen Records, 2017] 
Και οι Spacelords είναι Γερμανοί, με ήχο τούτη τη φορά περισσότερα αγκιστρωμένο στα early seventies – στους Hawkwind π.χ., όπως και σε άλλα… αγγλογερμανικά γκρουπ τού τότε space-rock. Μέλη τους είναι οι Hazi Wettstein κιθάρες, Akee Kazmaier μπάσο και Marcus Schnitzler ντραμς, ενώ τους βοηθάει και ο Didi Holzner στα πλήκτρα. Τα τρία κομμάτια τού “Water Planet” (που δεν είναι το πρώτο άλμπουμ των Spacelords, αλλά το έβδομο (τουλάχιστον), είναι συνθέσεις πρωτότυπες (έντεκα, δώδεκα και είκοσι λεπτών), διατηρώντας όλα τα χαρακτηριστικά του progressive space rock. Ατελείωτα ουρανομήκη σόλι στην κιθάρα, μονότονο rhythm section (ώστε δια της επαναλήψεως να επιτυγχάνεται η έκσταση, κατά τα κλασικά), βοηθητική μα ουσιαστική χρήση των πλήκτρων (όσον αφορά στο γέμισμα του κάδρου και στην κατάφαση των διαστημικών ατμοσφαιρών) κι ένα τρίτο κομμάτι, το ελεύθερο “Nag kanya (remix)”, το οποίο έρχεται να υπογραμμίσει την αξία τούτων εδώ των Γερμανών, που έχουν διαβάσει καλά τη «χαμένη στο διάστημα» ιστορία τους, ερχόμενοι να πλασαριστούν δίπλα στους Vibravoid (ναι, το “Nag kanya” είναι ένα space-psych track, σωστό… ταξίδι) και στ’ άλλα μεγάλα σύγχρονα γκρουπ του είδους. Πολύ καλοί!
SHADOW RAY: Eyes, Gleaming Through the Dark [Rillbar, 2017]
Δανός είναι ο Shadow Ray (το πραγματικό όνομά του είναι Anders Holst) και με παρελθόν στην τοπική σκηνή, καθώς έχει υπάρξει μέλος διαφόρων γκρουπ (Wont Lovers Revolt Now, Ektoplasma, Cirklen…). Εδώ, βεβαίως, στο “Eyes, Gleaming Through the Dark”, εμφανίζεται μόνος του και με ανεξακρίβωτες βοήθειες, σ’ ένα άλμπουμ που ανήκει χοντρικά στο χώρο της… κάπως πειραματικής electro-pop. Οι Japan με άλλα λόγια και ο David Sylvian είναι μια-δυο καλές αναφορές, ίνα κατανοήσουμε το στυλ τού δανού μουσικού – που σε κάθε περίπτωση διατηρεί καλά στοιχεία προσωπικού γούστου. Τα κομμάτια του Shadow Ray δεν είναι εύκολα. Έχουν την περιπέτειά τους, και, χωρίς να εκβιάζουν καταστάσεις, στέκονται αρκετά καλά και μεμονωμένα και ως σύνολο. Υπάρχει, δε, δουλειά όχι μόνο σε επίπεδο οργάνων και παραγωγής μα και σ’ εκείνο των φωνών, που παίζουν, εν τέλει, πολύ σημαντικό ρόλο στην ταυτοποίηση του άλμπουμ (LP με τέσσερα κομμάτια και digital με οκτώ). Δεν χρειάζεται να πω (τρόπος του λέγειν), πως ο Shadow Ray δεν ενδιαφέρεται για το electro-pop hit, αλλά για μια συνολικότερη πρόταση, που να είναι πολύ μακριά, σχεδόν πάντα, από κάθε… ραδιοφωνική μεταχείριση. Φοβερό, κινούμενο σ’ αυτή τη φάση, το 9λεπτο “Runway”, που θα έκανε τον Brian Eno να… σκάσει από τη ζήλεια του (όπως έγραφαν παλιά οι κριτικοί). Πολύ κρίμα αυτό το κομμάτι να μην υπάρχει στο βινύλιο, όπως και όλα τα υπόλοιπα της digital έκδοσης.
CUT THE NAVEL STRING: The Black Box Session by Peter Deimel [Atypeek Music, 2017]
Περίεργη ιστορία εδώ πέρα. Το συγκρότημα, οι Γάλλοι Cut The Navel String ήταν σε κίνηση τα πρώτα χρόνια των nineties και τότε (1995) είχαν κυκλοφορήσει το μοναδικό άλμπουμ τους (“Takis”) στη γνωστή (ολλανδική) Roadrunner Records. Είκοσι δύο χρόνια μετά (δηλαδή τώρα) εμφανίζεται στην αγορά ένα δεύτερο LP τους (κυκλοφορεί και digital), που έχει τίτλο “The Black Box Session by Peter Deimel” και είναι γραμμένο τον Μάιο του ’93 (είναι παλαιότερο από το “Takis” δηλαδή) κάπου στη Γαλλία. 
Ποιος ξέρει σε τι ακριβώς αποσκοπεί αυτή η κυκλοφορία – αλλά αυτό είναι, μάλλον, το πιο αδιάφορο, που μπορεί να ρωτήσει κάποιος. Οι Cut The Navel String είναι ένα εξαιρετικό rock συγκρότημα (έτσι όπως τους ακούμε εδώ), κάπως πάνκικο και κάπως noisy (δηλαδή πολύ πάνκικο και πολύ noisy στα όρια του hardcore, αλλά πριν απ’ αυτό…), όχι πολύ μακριά (συχνά) από τον ήχο των Killing Joke ας πούμε. Το άλμπουμ είναι τρομερό, σκέτος δυναμίτης και κάθε κομμάτι του είναι καλύτερο από το προηγούμενο! Αν αναρωτιέστε, δε, για το ποιος είναι εκείνος ο… Peter Deimel να πούμε πως είναι παραγωγός και πως έχει συνεργαστεί με πολύ γνωστά ονόματα (dEUS, Shellac, We Insist!, The Wedding Present, The Monochords κ.ά.), ενώ κάτι εκατοντάδες είναι τα άλμπουμ στα οποία έχει δουλέψει και καταχωρίζονται στο discogs
HELIOGABALE: Ecce Homo [Atypeek Music/ Les Disques de Hangar 221, 2017]
Οι Heliogabale είναι γαλλική μπάντα, που υπάρχει από τις αρχές των 90s, έχοντας κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα κάμποσα άλμπουμ (κι έχοντας δουλέψει ανάμεσα σε άλλους και με τον Steve Albini). Μέλη της είναι η Sasha Andrès τραγούδι και ακόμη οι Philippe Thiphaine κιθάρες, Brice Pirotais μπάσο και Marcel Perrin ντραμς, με το “Ecce Homo” να αποτελεί το πιο πρόσφατο και μάλλον έβδομο άλμπουμ της. Η μπάντα έχει καλή σχέση με το noise rock, με τις κιθάρες να κάνουν συνεχώς τα δικά τους, δίχως όμως… ακραίες ακρότητες, παρουσιάζοντας σε κάθε περίπτωση καλά ή και πολύ καλά τραγούδια (στη γαλλική), στα οποία η φωνή της Andrès, που είναι τραβηγμένη οπωσδήποτε, έχει τον πρώτο ρόλο. Ο συνδυασμός πάντως φωνής (αυτής της συγκεκριμένης φωνής) και κιθάρας λειτουργεί πολύ καλά, με το rhythm section ξερό, αλλά επαρκέστατο, να σπρώχνει πιότερο τα κομμάτια σε ένταση και δύναμη – και τούτο συμβαίνει όχι μόνο στα πιο γρήγορα tracks, αλλά και στα πιο… σκοτεινά και τελετουργικά. Πολύ καλοί. Και πειστικοί. Το ζούνε.
DERBY DERBY: Love Dance [Atypeek Music / Ormo Records, 2016/17]
Kι άλλοι Γάλλοι (μετά τους Cut The Navel String και τους Heliogabale). Οι τρίτοι στη σειρά και οι πιο πειραματικοί απ’ όλους. Ο λόγος για τους Derby Derby (δηλαδή τους Alan Regardin ενισχυμένη ηλεκτρικώς τρομπέτα, Sylvain Didou μπάσο και Fabrice LHoutellier ντραμς) και το ντεμπούτο τους “Love Dance”, που αποτελείται από δύο tracks, το 20λεπτο “Love” και το 11λεπτο “Dance”, κινούμενα γύρω από rock/drone καταστάσεις. 
Το “Love” είναι ένα minimal βασικά κομμάτι. Πάνω σ’ ένα, βαρύ και σταθερό μέσο τέμπο, αραδιάζεται μια τρομπέτα (επεξεργασμένη) που θα μπορούσε να ήταν ακόμη και κιθάρα. Παίζει αυτό το ρόλο δηλαδή – και το γεγονός πως δεν υπάρχει αληθινή κιθάρα στο άλμπουμ ίσως κάτι να σημαίνει. Κάτι να δηλοί σε σχέση με τις αναφορές του γκρουπ ενδεχομένως ή ό,τι άλλο. Το κομμάτι κυλάει έτσι, βαριά, και με ανεπαίσθητες αλλαγές καθ’ όλη τη διάρκειά του, ενσταλάζοντας hints από ακραίο kraut και japanoise. Το “Dance” δεν διαφέρει και τόσο – αν εξαιρέσεις πως έχει τη μισή διάρκεια από το “Love”. «Και τόσο» λέω, γιατί, αν και η minimal λογική παραμένει, το κομμάτι είναι πιο βαρύ και πιο kraut/φλοϋντικό. Το μανιπουλάρισμα στην τρομπέτα είναι σε κάθε περίπτωση φοβερό και αν δεν ξέρεις από πριν πολύ δύσκολα θα μαντέψεις τι ακριβώς είναι εκείνο που ακούς. Ας το μετρήσουμε κι αυτό στα «συν»…

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

FLORIAN HOEFNER σόλο πιάνο

Γερμανός πιανίστας με καλή καριέρα, για τον οποίον έχουμε ξαναγράψει στο δισκορυχείον (για το περσινό του “Luminosity” επίσης στην Origin), ο Florian Hoefner έχει καινούριο άλμπουμ, σόλο αυτή τη φορά, εμπνευσμένο από το περιβάλλον του νησιού Newfoundland, που βρίσκεται ανατολικά του Καναδά, στον Ατλαντικό (είναι λίγο μικρότερο από την Ελλάδα!) και που προφανώς το επισκέφθηκε μένοντας έκπληκτος από το φυσικό του κάλλος. Το αποτέλεσμα περικλείεται στο Coldwater Stories [Origin, 2017], ένα CD δέκα κομματιών, συντεθιμένα όλα από τον Hoefner – και όχι μόνο συντεθιμένα, αλλά και πλαισιωμένα από ανάλογες ιστορίες (που αφορούν είτε στο φυσικό στοιχείο του Newfoundland, είτε σε μικροαναλύσεις των κομματιών αυτών καθ’ αυτών).
Είναι όμορφο το άλμπουμ του Hoefner. Όμορφο υπό την έννοια πως η μουσική του είναι όμορφη. Έχει κάλλος και αυτή. Βρίθει μελωδικών επινοήσεων και τεχνικής εγγραφής μ’ ένα κάποιο βάθος, ώστε να πολλαπλασιάζεται το ηχητικό μεταίσθημα, σφραγίζοντας την κάθε νότα… πολύ μετά το «χτύπημά» της.
Κλασικές και νεορομαντικές αναφορές υπάρχουν σίγουρα εδώ, αλλά υπάρχει και η jazz του Fred Hersch (το λέει ο ίδιος ο Hoefner) τουλάχιστον στον τρόπο διδασκαλίας τού αυτοσχεδιασμού πάνω σε chorals (Μπαχ και τα λοιπά).
Το αποτέλεσμα δικαιώνει τον Hoefner – αν κρίνω μάλιστα και από φωτογραφίες του παράδεισου Newfoundland, που είδα στο διαδίκτυο.

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 51

25/10/2017
Αηδιασμένος με την εμετική «αποκατάσταση» Σόιμπλε, που επιχειρούν οι ντόπιοι γκαουλάιτερ, στρεψοδικώντας πάνω στην έννοια της ενοχής, σε σχέση με τα φοβερά εγκλήματα που αφήνει πίσω του ο γερμανός υπ.οικ., θυμήθηκα εκείνη την καταπληκτική ατάκα τού Μαρκούζε από τα σίξτις…

25/10/2017
O Σόιμπλε υπήρξε ένας εγκληματίας πολιτικός για τα ελληνικά πράγματα. Διέλυσε μια χώρα, κατασπαράσσοντας το 1/4 του ΑΕΠ της, δημιουργώντας στρατιές ανέργων και εκατομμύρια φτωχών, μόνο και μόνο για να σώσει τις μπατιρημένες κωλοτράπεζές του και ν' αυξήσει τα πλεονάσματά του.
Του πρέπει παντελής απαξία και φτύσιμο από τον ελληνικό λαό και όποιοι επιχειρούν, σήμερα, να μας τον ξαναβάψουν, εξωραΐζοντας την εικόνα του, είναι απλώς «συνεργάτες» (με την παλιά κατοχική έννοια) του αχαρακτήριστου Γερμανού.

25/10/2017
Γελοιότητα, δηλαδή αμερικανιά ολκής, το να ονοματίζεις τη βροχούλα του θεούλη σε κάτι άλλο εκτός από βροχή. Τελικά και ο καιρός θέλει το φιόγκο του, για να πουλήσει.

24/10/2017
Διάβασα αυτά που λέει ο Thurston Moore στον Άγγελο Κλείτσικα στο lifo.gr για τους αγαπημένους του ελληνικούς δίσκους και ποιητές.
Υπάρχουν λάθη και σπερμολογίες. Κατ’ αρχάς γράφουμε τα ονόματα σωστά. Hans Schneider και όχι Scneider, Philipp Wachsmann και όχι Phillip Wachsman.
Έπειτα η Leo ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ «μία πολύ ενδιαφέρουσα δισκογραφική εταιρεία από την Ρωσία», αλλά βρετανική εταιρεία, που την τρέχει ο Ρώσος Leo Feigin. Και το πιο σημαντικό απ’ όλα.
Σε σχέση με το LP “Armageddon” των P.L.J Band του Μαχαιρίτσα ο Thurston Moore αναπαράγει τις κοτσάνες, που πέρασαν από κάποιο βλάκα στο νετ (εδώ και χρόνια), μεταφράστηκαν στ’ αγγλικά και πάνε από στόμα σε στόμα. Λέει ο Moore: «Εκείνες τις μέρες θεωρούταν βλάσφημος (σ.σ. ο δίσκος των P.L.J Band), λόγω των στίχων που έλεγαν κάποια περίεργα πράγματα για τα θεία. Δεν είμαι βέβαιος σε τι αναφέρονταν, αλλά καταστράφηκε και έγινε πολύ σπάνιος» και παρακάτω «δεν έχω ιδέα γιατί θεωρήθηκε τόσο αντιχριστιανικός». Το έχουμε πει χίλιες φορές πως ο δίσκος είναι πέρα για πέρα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ, δεν είναι καθόλου βλάσφημος και ποτέ δεν καταστράφηκε (ούτε σπάνιος ήταν τουλάχιστον για μια δεκαετία)! Απλά στην ώρα του τον φτύσανε όλοι και πέρασε στα αζήτητα, στις κούτες με τα 500άρικα (δραχμές). Για να ξέρουμε και τι λέμε δηλαδή.
Περαιτέρω, και όσον αφορά στους ποιητές ο Moore φαίνεται πως έχει πολύ καλούς πληροφοριοδότες, αν κρίνω από τα ονόματα των Στεριάδη, Πούλιου και Τζ. Μαστοράκη που αναφέρει. Και για τους τρεις αυτούς ποιητές υπάρχουν ξεχωριστές αναρτήσεις στο δισκορυχείον.

24/10/2017

Οι υπάλληλοι του γερμανικού ΥΠ.ΟΙΚ είπαν να αποχαιρετήσουν το Σόιμπλε, σχηματίζοντας όλοι μαζί ένα… κακογραμμένο μηδέν, επειδή κατόρθωσε στη θητεία του να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό (του). Δηλαδή οι δικοί μας υπάλληλοι τι πρέπει να φτιάξουν του Τσακαλώτου, για τα τρελά πλεονάσματα που πετυχαίνει; Ακόμη και τα mass games του Κιμ είναι πολύ λίγα… Φτου σου αγόρι μου… 

23/10/2017
Κανονικά στη Μακρόνησο θα έπρεπε να επιτρέπεται η πρόσβαση ΜΟΝΟ σε δεξιούς και ακροδεξιούς στρατόκαυλους, που θα υπέγραφαν πιο πριν «δήλωση μετανοίας» (για τους ίδιους και για τους προγόνους τους). Κι από κει και πέρα μόνο σε τσοπάνηδες με γίδια… Και πλήρης απαγόρευση φωτογραφιών, γιατί ξερνάμε κιόλας…

23/10/2017
Όταν θες να διασκεδάσεις με μουσική το φαν των τραγουδιών είναι το πρώτο που θα επιζητήσεις. Και τέτοιο φαν (απλό και λειτουργικό, και άρα μέγιστο) δεν το βρίσκεις πουθενά σήμερα. Παντού μαυρίλα και δυσθυμία, όταν δεν υπάρχει βαρεμάρα και αδιαφορία από την πρώτη κιόλας νότα…

23/10/2017
ΜΑΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΜΙΑ (100 χρόνια)

23/10/2017
Έρχονται οι… θεσμοί. Το ίδιο συμβαίνει στην αποικία από το 1833.
(Άρμανσπεργκ, Μάουρερ, Χάιντεκ)

22/10/2017
Δεν πεθαίνουν μόνο μουσικοί, πεθαίνουν και σκηνοθέτες.
Πριν λίγες μέρες (19/10) την έκανε και ο Umberto Lenzi (στα 86 του αυτός). Η πρώτη ταινία του Lenzi είχε γυριστεί στην Ελλάδα το 1958 (έπαιζαν οι Μπάρκουλης, Παπαγιαννόπουλος, Φωτόπουλος κ.ά.) κι είχε τίτλο «Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα». Φυσικά ο Lenzi δεν θα μείνει γι’ αυτή στην κινηματογραφική ιστορία, αλλά για τις αμέτρητες ταινίες «είδους» που σκηνοθέτησε στην πολύχρονη καριέρα του. Σπαγγέτι γουέστερν, αστυνομικά, πολεμικά, θρίλερ, ταινίες με κανίβαλους και τέτοια… Από τις τελευταίες, που ήταν στη μόδα στις αρχές του ’80, το “Cannibal Ferox” (1981) θεωρείται κλασικό. (Φωτογραφία ανάλογη των αντοχών του facebook).

21/10/2017
ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗ...
«Ένα πρωί λοιπόν, την ώρα που λιαζόταν τόπλες, έκανα το πλησίασμα με τη μέθοδο της ακρίδας. Μπορούσα να την πλησιάσω και με τη μέθοδο του πατημένου αχινού, να βγω δηλαδή ουρλιάζοντας απ’ τον πόνο μέσα απ’ τη θάλασσα, γιατί πάτησα, πες, αχινό, και να της ζητήσω, καθώς στο σημείο εκείνο της πλαζ ήταν απόλυτα μονάχη, βοήθεια.
Η μέθοδος όμως που προτίμησα ήταν λιγότερο μπερδεμένη. Ελευθέρωσα τη μεγάλη ακρίδα απ’ το κουτί τα σπίρτα, δίνοντάς της, στον αέρα, τη γραμμή του κορμιού της, και το τεράστιο πετούμενο πήγε να κάτσει πάνω ακριβώς στον αφαλό της. Τινάχτηκε επάνω, βάζοντας τις φωνές. Τότε εμφανίστηκα κι εγώ πίσω απ’ τα βούρλα, σαν σωτήρας-άγγελος: Can I help you, miss? τη ρώτησα. I need your help ήταν η απάντησή της. Το έντομο ακινητούσε πάνω στην καυτή άμμο. Έσκυψα, το τσάκωσα απ’ τους αγκώνες των φτερών, κι έκανα να το τσακίσω μες στα δάχτυλά μου, μα είδα ένα αίσθημα οίκτου στο ευαίσθητο μουτράκι της. Έτσι, για χατίρι της, του χάρισα τη ζωή και το έβαλα στο κουτί από τα σπίρτα απ’ όπου το είχα βγάλει.
 Φανταστείτε τη σκηνή: ήμουν δίπλα της κι αυτή με ευγνωμονούσε, ενώ με τα χέρια της σταυρωτά, προσπαθούσε όχι να κρύψει ακριβώς, αλλά να λογοκρίνει τα υπέροχα στήθια της, που όπως στο σινεμά, στα φιλμ-πορνό, ξεχείλιζαν απ’ όλες τις μπάντες. Η μυρωδιά τής μέντας που απέπνεε με ζάλισε…»
Από το best seller του Βασίλη Βασιλικού Τα “Καμάκια” [KAKTΟΣ, 1978]