Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

ENJA / YELLOWBIRD τρία CD ένα εκ των οποίων… αριστούργημα

ENJI: Mongolian Song [Enja / Yellowbird YEB 9753, 2017]
Ο… πολιτιστικός ιμπεριαλισμός έχει οπωσδήποτε και τα καλά του. Το να κατακτάς ή να ξανακατακτάς δηλαδή «τζαζικά» μια χώρα όπως είναι η Μογγολία δεν είναι καθόλου κακό, πόσω μάλλον όταν προκύπτουν και θαυμάσια άλμπουμ, όπως είναι το “Mongolian Song” της τραγουδίστριας Enji (πραγματικό όνομα Enkhjargal Erkhembayar).
Τι συνέβη εδώ; Το απλό.
Το Goethe MusicLab Ulaanbaatar (GMUB) ανέπτυξε, το 2015, ένα project με αφορμή τα 100χρονα από τη γέννηση του μεγαλύτερου σύγχρονου συνθέτη της Μογγολίας, του Sembiin Gonchigsumlaa (Сэмбийн Гончигсумлаа) (1915-1991), που επιχείρησε να συνδυάσει στις μουσικές του κλασικά και τοπικά-παραδοσιακά στοιχεία, δημιουργώντας αισθητικά πρότυπα.
Πάνω σ’ αυτή τη βάση, τις επικοινωνίας των μουσικών (τώρα των συνθέσεων του Gonchigsumlaa και της jazz) επικεντρώνεται και το “Mongolian Song”, με την τραγουδίστρια Enji να ενσωματώνει στις ερμηνείες της ακόμη περισσότερα γηγενή στοιχεία (είναι γνωστές σε όλους φρονώ, πια, οι ιδιαίτερες φωνητικές τεχνικές των Μογγόλων), προσδίδοντας στο άκουσμα έναν συναρπαστικό εξωτικό αέρα. Ιδίως σε κομμάτια όπως το 9λεπτο “To my mother” οι διπλοφωνίες της είναι θαυμαστές, δείχνοντας το πόσο μετράει και η ίδια ως ερμηνεύτρια σε τεχνικό, όπως και σε αισθητικό επίπεδο.
Από ’κει κάτω, και όσον αφορά στο μουσικό κομμάτι, η jazz θα λέγαμε πως έχει το πάνω χέρι – και σ’ αυτό οπωσδήποτε συμβάλλουν μουσικοί της κλάσης των Johannes Enders σαξόφωνα, Paul Kirby πιάνο, Martin Zenker μπάσο και Billy Hart ντραμς (πάλι αυτός!).
Ωραίο, μεστό και παράξενο άκουσμα, που μπαίνει οπωσδήποτε στον κατάλογο με τα αξιοπρόσεκτα jazz crossovers
LEA W. FREY: Plateaus [Enja / Yellowbird YEB 7777, 2017]
Τραγουδοποιός από το Βερολίνο είναι η Lea W. Frey, με το “Plateaus” (που δεν είναι το πρώτο άλμπουμ της) να περιλαμβάνει δέκα κομμάτια – δικά της βασικά και των συνεργατών της. Ποιοι είναι αυτοί; Πέραν της ίδιας της Frey που τραγουδά, στο άλμπουμ συμμετέχουν επίσης οι Liz Kosack σύνθια, Peter Meyer κιθάρες, Bernhard Meyer μπάσο και Andi Haberl ντραμς, ντραμ-μασίν, glockenspiel
Η Frey τραγουδάει στην αγγλική λόγια ποιητικά, που ταιριάζουν με τις ανοιχτές οριζόντων μουσικές της. Δεν είναι εύκολο να χαρακτηρίσεις τα τραγούδια της Γερμανίδας. Βασικά, δεν έχουν ουδεμία σχέση με την jazz, φέρνοντας στο νου την πιο ονειρική από την pop των Cocteau Twins π.χ. Το electro γενικώς υπερισχύει εδώ, όπως και οι χαμηλών τόνων ενοργανώσεις που δίνουν στο “Plateaus” έναν… κινηματογραφικό αέρα.
Ok, οι λέξεις, πολλές φορές, μπορεί να μη δηλώνουν τίποτα από μόνες του, όμως ενταγμένες σ’ ένα μουσικό-ποιητικό πλαίσιο όλο και αποκτούν κάποιο νόημα.
ODED TZUR: Translator’s Note [Enja / Yellowbird YEB 7773, 2017]
Ισραηλινός σαξοφωνίστας είναι ο Oded Tzur, που τα τελευταία χρόνια κάνει καλή δισκογραφική καριέρα στην Enja και παικτική-επαγγελματική στη Νέα Υόρκη. Το πιο πρόσφατο CD του είναι ηχογραφημένο εκεί (στη Νέα Υόρκη) και συμμετέχουν σ’ αυτό ο Shai Maestro πιάνο, ο Πέτρος Κλαμπάνης μπάσο και ο Ziv Ravitz ντραμς – νέοι μουσικοί, που θέλουν να πάνε την τζαζ ένα λιθαράκι πιο μπροστά και να πρωτοτυπήσουν. Το καταφέρνουν; Πολύ απλά θα πω πως… ναι, το καταφέρνουν, καθότι το “Translators Note” δεν είναι ένα από ’κείνα τα άλμπουμ που μπορείς να τα ακούσεις κάθε μέρα.
Τι συμβαίνει εδώ; Δεν μπορείς να είσαι 100% σίγουρος, είσαι σίγουρος όμως 1000% πως ό,τι ακούς σ’ αυτό το CD είναι αληθινά εμπνευσμένο και προχωρημένο, δίχως ποτέ να χάνει την επαφή του με το περιβάλλον – με τη φύση και με τους ανθρώπους.
Το άλμπουμ ανοίγει με το εκπληκτικό 13λεπτο “Single mother”, που έχει μια φοβερή πιάνο-τρίο εισαγωγή, πριν έρθει ο Tzur και το αλώσει με το τενόρο του. Εντάξει, εδώ ο Coltrane είναι μια θεμελιώδης αναφορά, αλλά ακόμη πιο θεμελιώδη είναι τα spiritual vibes που αφήνει πίσω της κάθε νότα, κάθε μέτρο αυτού του αριστουργήματος. Οι αναφορές στο «χάσιμο» της ινδικής μουσικής είναι προφανείς, όπως είναι φανερή και η προσπάθεια του Tzur να φτάσει στην καρδιά αυτής της συγκεκριμένης μουσικής μ’ ένα δυτικό όργανο, που το τεντώνει στα άκρα του, ή εν πάση περιπτώσει σε ασυνήθιστες περιοχές του, παίζοντας και μικροτόνους.
Τα ίδια και στο “Welcome”, μια σύνθεση που γράφεται από τον Tzur για όλα τα μέλη του γκρουπ, τα ίδια και στο αργό-τελετουργικό “The whale song”, με το τενόρο να πιάνει περιοχές ινδικού φλάουτου (μπανσούρι) και με το μπάσο-ντραμς να κάνει περίφημη δουλειά, στερεώνοντας όλο το κομμάτι.
Προτελευταίο track (σύνθεση κι αυτό, όπως και όλα τα προηγούμενα, του Tzur) το 9λεπτο “The three statements of Garab Dorje” (Garab Dorje: θρυλικός δάσκαλος της θιβετιανής βουδιστικής παράδοσης). Εδώ ο Ισραηλινός έχει τη θερμή συμπαράσταση τού Shai Maestro, ενός ακόμη αχτύπητου μουσικού από τη σκηνή της Νέας Υόρκης (τον έχουμε δει και στην Αθήνα), ο οποίος «ακούει» Tzur… τηλεπαθητικά. Το αποτέλεσμα; Ένα ακόμη εκπληκτικό track.
Το άλμπουμ θα κλείσει με την μοναδική διασκευή που ακούμε εδώ, το “Lonnies lament” του John Coltrane, που στέκεται και αυτή στο ίδιο υψηλό επίπεδο.
Εντυπωσιακό άλμπουμ!
Η ENJA/ Yellowbird εισάγεται στη χώρα μας από την AN Music
  

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

NIKOΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ η τρίτη και η τέταρτη κασέτα του, από το 1979, τώρα και σε δίσκους βινυλίου από την B-otherSide Records

Πέρυσι, στο τέλος της χρονιάς, είχα γράψει ένα κείμενο στο lifo.gr σχετικό με τις δύο πρώτες κασέτες του Νικόλα Άσιμου («Με Το Βαρέλι Που Για Να Βγει Το Σπάει» του 1978 και «Είμαι Παλιάνθρωπος» του 1979), που τις είχε μετατρέψει σε LP η B-otherSide Records. Τώρα, έχουμε τις δύο επόμενες κασέτες, την «Γιατί Φοράς Κλουβί» και την «Klaste Eleftheros», οι οποίες, το 1979, συναποτελούσαν μαζί με την «Είμαι Παλιάνθρωπος» την… «Τριπλή Κασσέτα Μπέλλα με Χωρίς Ταμπέλα».
Ωραία βινύλια με ένθετο με στίχους, με συν, στην έκδοση «κουτί», το βιβλίο του Νικόλα Άσιμου «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» (φωτοαντιγραφική ανατύπωση του σπάνιου πρωτότυπου από το 1980), καθώς και τα δύο CD με το συμβάν ΚΡΟΚ της Τρίτης 19 Δεκεμβρίου 1979 στο Σούσουρο (+ το ηχητικό ημερολόγιο του Στέλιου Λογοθέτη, ηχολήπτη του Νικόλα Άσιμου στις τέσσερις πρώτες κασέτες του). Πολύ και καλό υλικό, δηλαδή, που έχει νόημα να επανεκδίδεται. Πάμε ν’ ακούσουμε τα δύο LP
ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ: Γιατί Φοράς Κλουβί [Β-otherSide / Lost Archives, 2017]
Η κασέτα, δηλαδή το βινύλιο πια, ανοίγει με το μακροσκελές «Της κολοφωτιάς». Μακροσκελές και στο χρόνο και στα λόγια και στα νοήματα. Πρόκειται για ένα blues, σαν αυτά τα… ατελείωτα που έλεγε ο Robert Pete Williams (αμφιβάλλω αν τον γνώριζε ο Άσιμος – δηλαδή με τίποτα δεν τον γνώριζε), που έχει απολύτως προσωπικό χαρακτήρα. Ο Άσιμος… γυροφέρνει στιχουργικά μια σχέση, χώνοντας ανάμεσα διάφορες ιδεολογικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις του, κάπως ανακατωμένες είναι αλήθεια, που άλλοτε λειτουργούν και άλλοτε όχι. Υπάρχει και ενισχυμένη κιθάρα εδώ, από τον Νίκο Δεληγιάννη, όπως και μια αυτοσχεδιαστική, προς το τέλος, διάθεση, που κάνει το κομμάτι ακόμη πιο δύσκολο στην παρακολούθησή του. Αλλά ok… αυτός ήταν ο Άσιμος. Το δεύτερο κομμάτι είναι το πολύ γνωστό μας «Της επανάστασης», ένα από τα διαχρονικά ωραιότερα τραγούδια τού Νικόλα Άσιμου. Εδώ έχουμε δύο φωνές (Τάσος ο Τουρίστας;), άλλοτε σε αντιπαράθεση και άλλοτε σε συμφωνία, ακούγεται και kazoo(;), ενώ η διάθεση είναι εντελώς freaky folk – φέρνοντας κάπως στη μνήμη μου (άσχετα με τον Νικόλα Άσιμο ονόματα λέω) τους Εγγλέζους Panama Limited τού “Indian Summer”. Ωραία και φυσικά αποδεκτή εκτέλεση. Η πλευρά θα κλείσει με το «Χαμογέλα», τους στίχους τού οποίου διάβαζα στο πρόχειρο βιβλίο των εκδόσεων Γ. Σπηλιώτη «Ανθολογία / Ελληνικά ποπ-ροκ τραγούδια» στις αρχές των 80s, χωρίς τότε να το έχω ακούσει. Πρόκειται για ένα τυχαίο και κάπως ανερμάτιστο τραγουδάκι, στα όρια του ευτράπελου, που μου θύμισε κατά τόπους, έτσι σαν σφαίρα… Πάνο Σαββόπουλο. Π. Σαββόπουλος και Άσιμος είχαν βρεθεί κάτω από την ίδια στέγη, υπενθυμίζω, στο Spectacle του Jacques Prévert, στη Θεσσαλονίκη το 1971 (ο Άσιμος ήταν μέλος του θιάσου και ο Π. Σαββόπουλος είχε γράψει μουσική).
Η Β Πλευρά ανοίγει με τη «Μπαταρία», ένα από τα πιο ουσιαστικά θα έλεγα τραγούδια τού Νικόλα Άσιμου (γνωστό και από τον ίδιο, αλλά και από Βιτάλη, Λεονάρδου, Magic De Spell και δεν ξέρω ποιους άλλους ακόμη). Πώς τραγουδούσαν οι Sounds, το 1970, στο «Έτος 2525»… «θα ’χουν πάλι ευκαιρία / μια καρδιά με μπαταρία/ δεν θα καρδιοχτυπούν / ούτε θ’ αγαπούν»; Ε, εδώ ο Άσιμος πάει πιο πέρα αυτή τη φουτουριστική εικόνα, τη ντύνει με σκληρότερα στοιχεία (επηρεασμένος πιθανώς ή προφανώς από τον Aldous Huxley)… τραγουδώντας… «Στην καρδιά σου βάλαν φρένα / το μυαλό σου παίρνει βύσμα / για χιλιάδες σαν εσένα / θα αρκέσει μία μπρίζα». Ρίχνει μέσα και κάτι… παράξενες λέξεις («πνευμονοκονίαση») ή φτιαχτές για την περίσταση («ρομποτανθρωπομήχανση», «ξυπνοπνευματύπνωση») με το… γλυκό του, έτσι, να δένει ακόμη καλύτερα. Στο «Μόρο», επηρεασμένος φυσικά από τα γεγονότα της εποχής (εκτέλεση του Aldo Moro από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, τον Μάιο του 1978) ο Άσιμος γράφει μια αντιεξουσιαστική μπροσούρα σχετική με τους αληθινούς φυλακισμένους (για πολιτικές πεποιθήσεις), αλλά και για όλους τους υπολοίπους «φυλακισμένους», που δεινοπαθούν/δεινοπαθούμε, δήθεν-τάχα ελεύθεροι, στην προσπάθειά μας να επιβιώσουμε στο «σύστημα», την κοινωνία κ.λπ. Το κλάμα για τον Μόρο είναι υποκριτικό λέει, κοντολογίς, ο Άσιμος, αφού είναι κατευθυνόμενο από την άρχουσα τάξη. Ο «Μαραθωνοδρόμος» σε στίχους Αργύρη Μαρνέρου είναι μια ατυχής μελοποίηση ενός καλού ποιήματος. Δεν βγαίνει άκρη, έτσι όπως το μελοποιεί ο Άσιμος, καθώς χάνεται το νόημά του, μέσα από την ανερμάτιστη αφήγηση και την μουσική προχειρότητα. Κάτι από blues κι εδώ, αλλά χωρίς καμμία ροή και συνειρμό. Το «Γιατί Φοράς Κλουβί» θα ολοκληρωθεί με το «Ιδιαίτερος χαβάς», ένα καλό τραγούδι (σαν τραγούδι), εντελώς πολιτικό, με τον Άσιμο να τα χώνει στην εξουσία γενικώς, αλλά και στην Αριστερά ειδικότερα… «Ποτέ ξανά πολιτική, και δεν σας κάνω πλάκα / τη βρίσκω λίαν σπαστική του Λένιν τη μουτράκλα / δεν θέλει κράτος η καρδιά, μήτε χαρτιά και νόμους / κι η παγωμένη μου στριγγιά, γυρνά στους υπονόμους».
ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ: Klaste Eleftheros [Β-otherSide / Lost Archives, 2017]
Τo «Klaste Eleftheros» είναι ένα άλμπουμ που δίνει σήμα από τον τίτλο του θα λέγαμε. Είναι ένα άλμπουμ δηλαδή του Άσιμου που βγάζει αυτή την… ανακούφιση και την αδιαφορία για οτιδήποτε μπορεί να εμποδίζει ή να δυναστεύει την ελεύθερη έκφραση. Μακριά από τα δισκογραφικά κυκλώματα και σε φουλ διέγερση, ο Άσιμος βρίσκει εδώ τον τρόπο –ή μάλλον και εδώ– για να είναι ο εαυτός του.
Το LP ανοίγει με το γνωστό και από την επίσημη δισκογραφία «Πανηγύρι» (ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά ως «Ρωμηός» στο 45άρι της Lyra του 1975). Το τραγούδι υπήρχε και στην κασέτα «Με Το Βαρέλι Που Για Να Βγει Το Σπάει» και αυτή, τώρα, είναι η τρίτη παρουσίασή του. Πρόκειται φυσικά για ένα από τα ωραιότερα άσματα τού Νικόλα Άσιμου (ακούγονται όλοι οι στίχοι του), ενώ και η λιτή ενοργάνωση, από την κιθάρα του Δεληγιάννη και τα ακορντεόν/μπουζούκι του Τόλη Ζυγομαλά, δεν είναι άσχημη (κι ας υπολείπεται σε βάρος και vibes). Το «Ματογυάλια» που ακολουθεί είναι ένα πολιτικό τραγούδι, που δεν βλέπει μόνον προς το σύστημα αλλά και προς το σινάφι (τους αναρχικούς δηλαδή κ.λπ.). Ο Άσιμος δείχνει να είναι «έξω» απ’ όλους και να ακολουθεί το δικό του δρόμο. Ασαφές το κομμάτι όσον αφορά στη μουσική γραμμή του, έχει το νόημα που έχει μέσα σ’ αυτό το freaky folk περιβάλλον που κινείται. Στο ίδιο πάνω-κάτω μοτίβο και το «Την αντίσταση βαρέθηκα», που είναι ένα ακόμη προσωπικό τραγούδι τού Άσιμου σχετικό με την περιπέτειά του στη φυλακή. (Ο Άσιμος είχε συλληφθεί, δικαστεί, καταδικαστεί και φυλακιστεί στις φυλακές της Αίγινας για δυο μήνες τον Οκτώβριο-Δεκέμβριο του 1977, ουσιαστικά… προληπτικά, μετά το θάνατο του Κασίμη στη συμπλοκή με την αστυνομία στην AEG, στου Ρέντη). Το τραγούδι είναι κι αυτό σφόδρα πολιτικό και επίσης… δύσκολο (δηλαδή τυχαίο) στη μουσική αφήγησή του. Η πλευρά θα κλείσει με το «Μου λες πως σε παραμελώ» σε μουσική Νίκου Δεληγιάννη και στίχους Νικόλα Άσιμου. Τα στιχάκια έχουν μια ευτράπελη και κάπως… ψευδορεμπέτικη αισθητική (προσαρμοσμένη στην εποχή – τέλη ’70) με το τραγούδι, σχετικώς, να κυλάει («Τι να τα κάνω τα λεφτά / δεν είναι δα και σέξυ / σας ρίχνω όλους στην κλανιά / κι ο κώλος μου έχει φέξει»).
Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το «Πουτσόμουνο Sonata Amanes μουνακόπουτσα», που είναι τo πιο… ακατάλληλo τραγούδι τού Άσιμου. Σαν τραγούδι στέκει και οι στίχοι του βεβαίως καίνε – πάνω σ’ ένα βασικό θέμα, που πάντα ταλαιπωρούσε τον Άσιμο… τη σχέση του με τις γυναίκες και τις σχέσεις, γενικότερα, μεταξύ ανδρών και γυναικών, που ο ίδιος τις έβλεπε μακριά από φεμινισμούς και φαλλοκρατίες. Λέει κάπου: «Κι αν μ’ έχουν κάνει φέτες / δεν φταίνε οι γυναίκες / πολλά τους δίνω δίκια / κι ας κάνουν καριολίκια». Το «Στων συντρόφων μου τις μύτες» είναι ένα ακόμη τραγούδι χωρίς αρχή και τέλος, που το ενδιαφέρον του είναι καθαρά στιχουργικό. Μάλιστα, κάποια στιγμή, ο Άσιμος φέρνει μαζί… κνίτες και αναρχικούς να αγωνίζονται κατά των μπάτσων! Απίστευτα πράγματα! Το «Φανάρι» είναι το γνωστό μας «Φανάρι του Διογένη». Αυτοβιογραφικό και σκληρό άσμα, με τον Άσιμο να κάθεται στο Φανάρι του Διογένη (Μνημείο Λυσικράτους) στην Πλάκα και… σαν νιος να περιμένει. Το άλμπουμ θα κλείσει με το «Παράτα τα» σε νέα εκτέλεση φυσικά. Όπως είχαμε πει και παλαιότερα… το τραγούδι έχει σαφή αντι-ΚΚΕ στάση (στιχουργικώς). Φαίνεται πως γράφτηκε στο μεταίχμιο από το… ακροαριστεριλίκι προς το αναρχιλίκι, καθώς εδώ ακούγονται στίχοι σαν και τούτους: «Παράτα τη δουλειά, παράτα τη τη σκρόφα/ Και κοίτα πώς εσύ θ’ αποφασίζεις πρώτα/ Χιλιάδες σουπερμάρκετ γεμάτα πράματα/ Γιατί δεν τα βουτάμε για τα γεράματα;». Ο Άσιμος, όπως οι Εγγλέζοι Deviants, που τραγουδούσαν το ’68 “Let’s loot the supermarket”, βλέπει την απαλλοτρίωση των μπακάλικων σαν μια λύση στο πρόβλημα της εκμετάλλευσης… ανθρώπου από άνθρωπο. Αν ήταν τόσο απλό…
Να ξαναπούμε, κλείνοντας, πως στην έκδοση-κουτί με τα τέσσερα LP και τα ανάλογα CD, υπάρχουν δύο ακόμη CD με το συμβάν ΚΡΟΚ της Τρίτης 19 Δεκεμβρίου 1979 στο Σούσουρο (+ το ηχητικό ημερολόγιο του Στέλιου Λογοθέτη, ηχολήπτη του Νικόλα Άσιμου στις τέσσερις πρώτες κασέτες του), καθώς και το βιβλίο τού Νικόλα Άσιμου «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» (φωτοαντιγραφική ανατύπωση του σπάνιου πρωτότυπου από το 1980), που περιέχει κείμενα της εποχής (δεκαετία του ’70) τόσο προσωπικού (αναφορικά με τον Άσιμο), όσο και γενικότερου ενδιαφέροντος, μαζί με τους στίχους από τα τραγούδια του.
Σωστές δουλειές!
Επαφή: www.b-otherside.gr

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 59

28/11/2017
1968
Βλέποντας το διαφημιστικό από την καινούρια ταινία του Τάσου Μπουλμέτη «1968», που αναφέρεται στο θρίαμβο της ΑΕΚ επί της Σλάβια Πράγας, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στον τελικό του Κυπέλου Κυπελούχων στο μπάσκετ (Απρίλιος 1968), ήμουν σίγουρος πως θα εύρισκα κάποια μαλακία… ακόμη και στο τρέιλερ. Συνέβη!
Κάπου στο 1:00 λεπτό, λοιπόν, ακούγεται απόσπασμα από το «Σε περιμένω τ’ άλλο καλοκαίρι» της Έλενας, που κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1970!
Χιλιάδες τραγούδια κυκλοφορούσαν πριν τον Απρίλιο του ’68, παρά ταύτα οι… ερευνητές της ταινίας βρήκαν να βάλουν ένα μεταγενέστερο!  
Μπράβο παλικάρια μου, άξιος ο μισθός σας!

28/11/2017 
Δεν ξέρω τι έγινε με τον Καμμένο και με την πώληση όπλων στη Σαουδική Αραβία, όμως εκείνο που ξέρω είναι ένα.
Για 2-3 δεκαετίες η Ελλάδα ήταν σύμμαχος των προοδευτικών Αράβων της Μέσης Ανατολής και του Μαγκρέμπ. Των κυβερνήσεων των Μπααθιστών, των Παλαιστινίων, της Τζαμαχιρίας κ.λπ. Δεν ήταν ποτέ αρωγός των συμφερόντων των δολοφονικών και φασιστικών καθεστώτων της περιοχής.
Τώρα η ατζέντα άλλαξε. Σύμμαχοί μας είναι πια οι δερβέναγες τού Ισραήλ, η αιγυπτιακή χούντα και οι σαουδάραβες εγκληματίες. Και κάνουμε και μπίζνες μ’ όλους αυτούς, μέσω της κυβέρνησης της δηθεναριστεράς, δίνοντάς τους όπλα, μοιράζοντας "οικόπεδα" κ.λπ. Είμαστε για φτύσιμο… 

27/11/2017
Οι ανταλλαγές δίσκων ήταν πάντα μέσα στα ενδιαφέροντά μου. Ιδίως με trade partners από το εξωτερικό στη μακάρια για τέτοια πράγματα δεκαετία του ’90 (όταν οι λέξεις ebay και discogs ήταν ακόμη ανύπαρκτες). Και οι «τυφλές» ανταλλαγές, όταν οι δίσκοι άλλαζαν χέρια χωρίς τα… συμβαλλόμενα μέρη να τους γνωρίζουν ή να τους έχουν ακούσει, ήταν ακόμη καλύτερες. 
Προχθές, λοιπόν, αντάλλαξα με φίλο κι έτσι έφθασαν στα χέρια μου αυτά τα δύο γαλλικά φολκ LP, που είναι άγνωστα γενικώς και που δεν τα έχω ακούσει ακόμη για να πω μια γνώμη (εμπιστεύομαι όμως το γούστο εκείνου που μου τα έδωσε).
VANDEN: La Vague Noire [Editions Pluriel, 1983]
CHICHOMEIA: Rogaton de Bleu / Folk Electrique Occitan [Revolum 1980?]
Ακούω, τώρα, μαζί με σας…

27/11/2017
Διάβασα την ηλεκτρονική διαδικασία που απαιτείται για το κοινωνικό μέρισμα και φτύνω τον κόρφο μου που δε γεννήθηκα… φτωχός.
Υπάρχει εντύπωση πως επειδή όλα γίνονται ηλεκτρονικά είναι συγχρόνως και εύκολα. Και πως κάθε φουκαράς, κάθε βασανισμένος, έχει τη δυνατότητα και το κουράγιο να κάθεται μπροστά από ένα PC και να πληκτρολογεί την κατάντια του. Ή μήπως του περισσεύουν τα 30άρια ή τα 50άρια για τους λογιστές, προκειμένου να κάνει τη δουλειά του;
Οι κάφροι της «Α»ΑΔΕ («Ανεξάρτητη» Αρχή Δημοσίων Εσόδων – αυτή δεν είπαμε πως μας κυβερνά;) έχουν όλα τα στοιχεία έτοιμα. Τίποτα καινούριο δεν υπάρχει, που να μην το γνωρίζουν, ώστε να πιστώσουν στους λογαριασμούς των ανθρώπων τα φιλοδωρήματα. Απλώς θέλουν να υποβάλλουν στο ηλεκτρονικό μαρτύριο χιλιάδες άφραγκους, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως κάποιοι δεν θα την παλέψουν (θα ξεχαστούν ή θα αδιαφορήσουν) κι έτσι θα τους μείνει και ο… μπουναμάς.
 Γι’ άλλη μια φορά… ΝΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΑΙΣΧΟΣ ΤΟΥΣ. 

26/11/2017 
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΕΖΟΥ ΣΤΗΝ TV, ΣΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΧΘΕΣ ΒΡΑΔΥ (σ.σ. δεν την είδα, ό,τι είδα είναι από το YouTube)
O Γιάννης Μπέζος είναι εκείνος ο ηθοποιός, που νομίζει, πλην των όποιων ή όσων άλλων, πως είναι και καλός τραγουδιστής. Εντάξει, η φωνή του είναι τοποθετημένη, αλλά ο ίδιος τραγουδάει τελείως… αναίσθητα, όταν δεν γκαρίζει σαν γάιδαρος. Περαιτέρω, ο Μπέζος είναι ένα ούλτρα ψωνισμένο άτομο, που νομίζει ότι είναι κάτι ξεχωριστό, χωρίς κάτι τέτοιο να ξεπηδά από τον δημόσιο λόγο του – ο οποίος είναι κοινός, ου μην αλλά και απλοϊκός (πέραν τού… αν συμφωνείς ή όχι μ’ αυτά που λέει). Δεν φαίνεται δηλαδή πως αυτός ο λόγος προέρχεται από έναν άνθρωπο με κάποια ευρύτερη σκέψη και κουλτούρα.
 Στη δουλειά του, στο εσωτερικό της δουλειάς του, μπορεί να είναι αυστηρός και συνεπής (έτσι λέει ο ίδιος δηλαδή), αλλά εκείνο που βγάζει προς τα έξω μοιάζει να είναι καλό (τούτο λέει ο κόσμος, αν και προσωπικά έχω βάσιμες αντιρρήσεις και γι' αυτό) μόνο για την τηλεόραση.
 Ο Μπέζος έχει καταφερθεί επανειλημμένως κατά εκπομπών της TV με μπλα-μπλα, κουτσομπολιά, life-style κ.λπ., αυτός ένας «λαϊκός θεατρίνος» (έτσι αυτοαποκαλείται), αλλά… πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις όλο σ’ αυτές τις εκπομπές έχει στασίδι (Λιάγκας, Μενεγάκη, Στεφανίδου, Παπαδημητρίου, Σεφερλής κ.λπ.).
Τον Μπέζο τον νοιάζει η προβολή –πεθαίνει για να είναι στο γυαλί και να λέει τη γνώμη του– εν αντιθέσει με το φίλο του Γιάννη Φέρτη, που αδιαφορεί εντελώς για την προβολή, προστατεύοντας και τις απόψεις του και όσα πράττει στη δουλειά του.
 Όπου έχω δει τον Μπέζο (TV, θέατρο, κινηματογράφος) ήταν πάντα μέτριος, με πανομοιότυπο παίξιμο, κινησιολογία, μορφασμούς κ.λπ. (χάλια σε δραματικούς ρόλους), ενώ τον ξεχωρίζω μόνον ως Δόγκανο στο δεύτερο «Εκείνες κι Εγώ». Να ήταν άραγε το κείμενο του Κώστα Πρετεντέρη, η συγκυρία ή κάτι άλλο; Δεν ξέρω. Εξάλλου κι ένας μέτριος συνθέτης πάντα μπορεί να γράψει ένα καλό τραγούδι. Ή κι έναν καλό δίσκο ακόμη-ακόμη…  

26/11/2017 
Τα άσχημα νέα συνεχίζονται.
Πέθανε και ο Αντώνης Στεφανίδης, από τους Vikings στα σίξτις, αργότερα με καριέρα στη Γαλλία (συνθέσεις του έχoυν πει οι Enrico Macias, Serge Lama, Richard Anthony κ.ά.) και μετά με πολλά ελαφρολαϊκά δοσμένα σε γνωστούς έλληνες τραγουδιστές (Μοσχολιού, Πάριος, Μαρινέλλα, Βοσκόπουλος, Πουλόπουλος, Πασχάλης, Γλυκερία, Μπέσσυ Αργυράκη, Ελένη Δήμου…).

24/11/2017 
Τραπεζώσαμε στο Μέγαρο Μουσικής τον πρόεδρο της Κύπρου, τον Αναστασιάδη, για να μας πει πώς βγήκε, παλικαρίσια, η Κύπρος από το μνημόνιο!
Να σου πω εγώ πρόεδρε πώς βγήκες από το μνημόνιο – γιατί δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος για να βγεις παρά μονάχα ΕΝΑΣ, αλλά δεν τον λες, τον κρύβεις, γιατί ντρέπεσαι και προτιμάς να λες μπαρούφες.
Με φτωχοποίηση του 30% του πληθυσμού σου βγήκες, με το 1/3 του πληθυσμού σου μπατίρηδες δηλαδή και με το μισό από το άλλο τρίτο να πηγαίνει φουλ για φαλίρισμα.
Κι έχεις και το υψηλότερο ποσοστό φτώχειας στην ΕΕ στις μονογονεϊκές οικογένειες, που χτυπάει το 60%. Άιντε και σ’ ανώτερα… 

24/11/2017
To βραβείο που πήρε ο Τσίπρας στη Γαλλία, για τη στροφή (διάβαζε ξεπούλημα) που έκανε στην πολιτική του, το είχαν πάρει πριν από κείνον ο διεφθαρμένος "χασάπης" Ρίτσαρντ Νίξον, ο εγκληματίας πολέμου Μεναχέμ Μπέγκιν και ο ρατσιστής Φρεντερίκ ντε Κλερκ. Όλοι αυτοί άλλαξαν βρακί κι έγιναν «καλά παιδιά» στη διαδρομή…
Πάρε και κατάλαβε, τώρα, ποια είναι η κατάντια της σύγχρονης «αριστεράς»…

ΠΑΝΟΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ οι ρωγμές της σαγήνης

Τα τραγούδια που γράφει ο Πάνος Σαββόπουλος –ο οποίος, ως γνωστόν, επανέκαμψε μετά από δεκαετίες με καινούρια άσματα, το 2012, με τα «Ετερόκλητα»– δεν τα γράφει κανένας άλλος στην Ελλάδα σήμερα. Τι τραγούδια γράφει ο Πάνος Σαββόπουλος; Φιλοσοφικού στοχασμού και αναλόγου περιεχομένου. Είτε ερωτικά είναι αυτά είτε κοινωνικά, στη βάση τους είναι τραγούδια που αφορούν μόνους ή μοναχικούς ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, ή το ανάποδο, σε στιγμές βαθιού και συνήθως επώδυνου απολογισμού. Τι σκέψεις μπορείς να κάνεις γύρω από τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο, όταν έχεις ξαποστάσει, όταν έχεις το χρόνο να ψάξεις μέσα σου, στον εαυτό σου, για ν’ ανακαλύψεις τι σε οδήγησε εδώ, εκεί ή παραπέρα; Στο μέτρημα συνήθως συντρίβεσαι –υπάρχει, δηλαδή, η συντριβή στους ήρωες και τις ηρωίδες των τραγουδιών τού Σαββόπουλου– ή και καθαρίζεσαι, εξαγνίζεσαι, μέσα από διαδικασίες αυτοψυχαναλυτικές. Να, δείτε εδώ αυτή τη φοβερή στροφή βγαλμένη από το πιο πρόσφατο CD του «Οι Ρωγμές της Σαγήνης» [Μετρονόμος, 2017], για να καταλάβετε τι εννοώ. Μονολογεί η ηρωίδα. Κάτι εντός της τη βασανίζει και τα ερωτήματα ορθώνονται αμείλικτα: «Απορώ, αν και θίγεται η όποια μου σαγήνη,/ τελικά τι από μένα θ’ απομείνει/ κι αν υπάρχει έστω δύσβατη ατραπός/ Και ρωτώ, μεθυσμένη τα μεσάνυχτα Σαββάτου,/ “το εγώ γιατί προτρέχει του θανάτου/ και γιατί απουσιάζει ο σκοπός;”». Και αλλού (σε άλλο τραγούδι): «Μέχρι πού, λοιπόν, φθάνει η ευθύνη μου;/ Μ’ εξομολογεί μόνο η οδύνη μου/ Και πού να βρεθούν όνειρα γαλήνια/ μια και η μοναξιά με κρατάει ξύπνια…».
Αυτή η εσωτερική μάχη, ο αγώνας για να βρεθούν οι πιο μύχιες εκκινήσεις των πράξεών μας είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο των λόγων του Πάνου Σαββόπουλου, με τα τραγούδια-στοχασμοί να εναλλάσσονται το ένα του άλλου, με μικρά ενδιάμεσα σκοτεινά, αλλά… εν τέλει φωτεινά ιντερμέτζα. Ένα τέτοιο είναι το ρεμπετοειδές «Το ξόρκι», που περιγράφει μια ιστορία δαιμονισμού (αποδίδει ο Αγάθων Ιακωβίδης). Η ιστορία μπορεί να είναι σκληρή, αλλά έχει αίσιο τέλος, ενώ και η μουσική βοηθάει θετικά προς την επούλωση της γενικότερης πληγής. Πριν και μετά, όμως, υπάρχουν άλλα…
Οι μουσικές τού Πάνου Σαββόπουλου (μαζί με τις ενορχηστρώσεις φυσικά) είναι και αυτές… ειδικών αποστολών. Κάθε τραγούδι ακούγεται διαφορετικό από το προηγούμενο ή το επόμενό του – κάτι που συμβολίζεται, θα έλεγα, και με την ερμηνευτική πολυκοσμία (συμμετέχουν εφτά τραγουδιστές). Τα τραγούδια, πώς να το πούμε αλλιώς, μοιάζουν με τα διαφορετικά διηγήματα μιας ανθολογίας, που επιδέχονται, κάθε φορά, μιαν ειδική ανάγνωση. Αυτήν την «ανάγνωση» επιχειρούν εδώ οι Γιώργος Μαργαρίτης, Βαγγέλης Γερμανός, Μόρφω Τσαϊρέλη, Αγάθων, Ασπασία Στρατηγού, Πάρις Περυσινάκης και Αλέξανδρος Καψοκαβάδης. Τραγουδιστές λοιπόν διαφορετικών αισθητικών ή και κοινωνικών καταβολών, που έχουν κληθεί για να υπηρετήσουν συγκεκριμένους ρόλους – ένα συγκεκριμένο όραμα. Και τα καταφέρνουν πολύ καλά, σε τραγούδια δύσκολα, όχι ευανάγνωστα με την πρώτη ματιά-ακρόαση-φορά, τραγούδια που θα πρέπει να επεξηγηθούν προκειμένου οι ερμηνευτές να προσπεράσουν το πρωταρχικό στάδιο της έκπληξης, το… χωλ, ώστε να μπουν στα… πίσω δωμάτιά τους. Γιατί τα τραγούδια του Σαββόπουλου δεν είναι από αυτά που ακούγονται τριγύρω, ούτε από αυτά που θα μεταδώσουν, χωρίς έναν στηρικτικό λόγο, τα ραδιόφωνα. Είναι λαϊκά, έντεχνα, μπαλάντες, φολκ… με βορειοευρωπαϊκές, ακόμη και με παγανιστικές αναφορές (αυτό το pagan-folk, που προβάλλεται εκ νέου και έξω). Και ενορχηστρώνονται με οξύνοια, που προϋποθέτει μελέτη και γνώση διαφορετικών ακουσμάτων. Ας μου χαρακτηρίσει κάποιος, λοιπόν, το «Ασέλγειες της μνήμης» με τον Βαγγέλη Γερμανό ή το “Carousel” με τη Μόρφω Τσαϊρέλη, ας πει τι συμβαίνει εδώ, ποιες διαφορετικές (μουσικές) αναφορές συγκεράζονται για να προκύψουν αυτά τα θαυμαστά τραγούδια. Ok, εγώ πρέπει να το πω αυτό… και λέω πως οι μεσαιωνικοί παραδοσιακοί ήχοι αποτελούν και σε τούτο το άλμπουμ μια βασική αναφορά του Πάνου Σαββόπουλου – κάτι που δηλώνεται σαφώς και απαρεγκλίτως με τη διασκευή (με ελληνικά λόγια) του παραδοσιακού ισλανδικού “Ridom, ridom”, που αποδίδει η Μόρφω Τσαϊρέλη. (Κάποιοι πάρα πολύ ψαγμένοι πιθανώς να ξέρουν το συγκεκριμένο τραγούδι από το folk σουηδικό ντούο Karin Kjellman & Ulf Gruvberg, τους Folk & Rackare δηλαδή από τα μέσα του ’70).
Είναι δύσκολο να γράψεις, ξεχωριστά, για κάθε τραγούδι από τις «Ρωγμές της Σαγήνης» και ίσως ούτε και γόνιμο. Γιατί, όσο επιχειρείς να αναλύσεις και να αποκωδικοποιήσεις ένα-ένα αυτά τα τόσο διαφορετικά άσματα (διαφορετικά σε σχέση με οτιδήποτε μπορεί ν’ ακουστεί τριγύρω), τόσο θα στερείς από κάποιους που σε διαβάζουν τη γοητεία μιας αποκάλυψης.
Μπράβο λοιπόν στους μουσικούς (ακούγονται σαξόφωνα, κλαρινέτα, φλάουτα, τρομπόνι, βιολί, μαντολίνο, κιθάρα, τσέμπαλο, ακορντεόν, τσέλο, τρίχορδα κ.ά.) και βεβαίως στους τραγουδιστές, που τάχθηκαν σ’ αυτό το άλμπουμ με μυαλό και ψυχή στο κόκκινο, προκειμένου να υπερασπιστούν τις ιδέες και τις απαιτήσεις του τραγουδοποιού.

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

περί MΟRRISSEY, επειδή τελευταία γίνεται ντόρος…

Ποτέ δεν μου άρεσαν ιδιαίτερα οι Smiths, ούτε ο Morrissey. Κάποιες λίγες μελωδίες μόνο… Τους θεωρούσα γενικά βαρετούς, χωρίς βαθιά ψυχή τόσο σε μουσική, όσο και σε στίχους. Άλλοτε υποτονικούς και άλλοτε ανούσιους, γεμάτους ακατάπαυστη και μη δημιουργική θλίψη. Άλλοι μπορεί να το λένε «ποίηση» αυτό, αλλά για μένα ήταν πάντα μια «ποίηση» χωρίς έρεισμα κοινωνικό, ανίκανη να περιγράψει τα ζόρια του καθημερινού ανθρώπου.
Άλλοι αποκαλούν τον Morrissey μισογύνη, άλλοι τραγουδιστή των γκέι κ.λπ. Δεν ξέρω αν είναι μισογύνης, ούτε με νοιάζει και πολύ, αλλά τα γκέι τραγούδια τού Morrissey (ή τα gay-friendly εν τοιαύτη περιπτώσει) για μένα δεν πιάνουν μία μπροστά στα ανάλογα τραγούδια του Tom Robinson. Είναι σαν τα ποδηλατάκια μπροστά στους οδοστρωτήρες.
Όποιος δεν έχει ακούσει, στρέιτ ή γκέι, το “(Sing if you’re) Glad to be gay” από το 1978 καλύτερα να μη μιλάει, γιατί στίχους σαν κι αυτούς (του Robinson) ο Morrissey ποτέ δεν μπόρεσε να γράψει:
«Οι εικόνες γυμνών νέων γυναικών είναι διασκεδαστικές/ στο Titbits και στο Playboy/ στην τρίτη σελίδα της Sun/ κι έτσι παρότι δεν υπάρχει γυμνό στο Gay News, στο δικό μας περιοδικό/ κάποιοι εξακολουθούν να βρίσκουν δικαιολογίες για να το χαρακτηρίσουν άσεμνο/ Διαβάστε το πόσο αηδιαστικοί είμαστε για τον Τύπο/ δείτε την Telegraph, την People και την Sunday Express/ παιδεραστές μας ανεβάζουν, διαφθορείς της νεολαίας μας κατεβάζουν / είναι εκεί τυπωμένα στο χαρτί, πρέπει να είναι η αλήθεια…»
Περαιτέρω τον Morrissey –και βάσει αυτών των τρελών που λέει στις συνεντεύξεις του– δεν μπορείς να τον εντάξεις ούτε στην «παλιά Αγγλία», γιατί βρίζει τη βασίλισσα, ούτε όμως και στους νενέκους της παγκοσμιοποίησης (ήθελε Brexit, αλλά υποστήριζε τον Farage). Αλλοπρόσαλλος...
Το πρόβλημα για μας σε σχέση με τον Morrissey και με πολλούς άλλους, γύρω από τα πολιτικοκοινωνικά, που είναι πολύ βασικά, είναι πως στην Αγγλία η βρετανική Αριστερά έπρεπε να ήταν υπέρ του Brexit, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν εναντίον. Έτσι, και καθώς το Brexit υποστηρίχθηκε από κομμάτι της παλιάς αστικής τάξης και φυσικά από τα ανάκτορα, που μέσω του λαϊκού Τύπου το πέρασαν στις μάζες, η Αριστερά, στο μεγαλύτερο τμήμα της, βρέθηκε αμυνόμενη. Αυτό έσπρωξε πολλούς μισο-προοδευτικούς (όπως ο Morrissey) στην ακροδεξιά του Farage.
Τα έχουμε πει χίλιες φορές... Αν η Αριστερά δεν αρθρώσει σοβαρό λόγο πάνω στα θέματα που απασχολούν σήμερα τις κοινωνίες θα βλέπει μόνιμα την πλάτη των φιλελέδων και των φασιστών. Και κάτι τύπους σαν τον Morrissey θα τους χάσει και θα τους χάσουμε μια για πάντα…
 

2 KATARA ένα σκοτεινό, ηλεκτρονικό γκρουπ του Γιώργου Θεοδωράκη από τα eighties

Να πω τη μαύρη αλήθεια εγώ αυτό το σχήμα το αγνοούσα – παρότι αγόραζα όλους τους δίσκους τού Γιώργου Θεοδωράκη σε real time. Δεν θυμάμαι ποτέ δηλαδή να είχα διαβάσει ή ακούσει για τους 2 Katara, ένα ντούο που το αποτελούσαν ο Θεοδωράκης πλήκτρα, κρουστά, φωνητικά και  ο Δημήτρης Παπαγγελίδης μπάσο, κιθάρες, κρουστά φωνητικά. Βεβαίως οι δυο τους (και μόνον οι δυο τους) συμμετέχουν σε δύο LP που βγήκαν κάτω από το όνομα του Θεοδωράκη –λέμε για το «Νικοτίνη αρ. 5,6 & 9» (1981) και για το «Σήμα» (1983)–, οπότε οι 2 Katara θα ήταν σίγουρα ένα παράλληλο project, που κράτησε κάμποσα χρόνια (1978-1991), χωρίς να είναι γνωστό (σ’ εμένα) αν εμφανίστηκαν ποτέ, μ’ αυτό το όνομα, έστω και live.
Λίγη σημασία, πάντως, έχουν αυτά. Την περισσότερη την έχει η ωραία έκδοση τής Into the Light, με 14 ανέκδοτα (εννοείται) tracks των 2 Katara, τοποθετημένα σε δύο LP, υπό τον τίτλο Break at Home (Original Studio Recordings 1981-1991)”. Να πούμε πως όλα τα κομμάτια έχουν νόημα και αξία και πως (και) η παρούσα έκδοση επεκτείνει τις γνώσεις μας για την ελληνική ηλεκτρονική τής δεκαετίας του ’80, που δεν έχει, εξάλλου, και τόσο πολλά πράγματα να προτείνει.
Από την πρώτη πλευρά, λοιπόν, θα ξεχώριζα το “Break at home 2”, που δείχνει, ολοφάνερα, τις επιρροές του Θεοδωράκη από τους Tangerine Dream (καλό είναι αυτό!), το “Break at home 3”, που είναι πιο electro-pop (με κιθάρες), το “Break at home 5” που είναι χορευτικό (έτσι απλά) και ακόμη το “Break at home 6”, που είναι πιο σκοτεινό και υποχθόνιο (και με χρήση vocoder ή κάτι παραπλήσιου).
Στη Side B, το “Travel 7” είναι πιο κοντά στην κιμπορντική αισθητική του Vangelis, και τούτο παρά το γεγονός πως, εδώ, οι 2 Katara εμφανίζουν και «προσωπικά» στοιχεία (νομίζω, μάλιστα, πως ακούω και κάτι από το «Σήμα» ανάμεσα, ή εν πάση περιπτώσει κάτι πολύ κοντά στην αισθητική εκείνου του LP). Η «Τεμπέλα» έχει και φωνητικά και είναι ένα κάπως ευτράπελο track, με το “Mr. Blase” να ομνύει στο electro-rock και με το “Mr. Blasé 2”να δείχνει προθέσεις τραγουδιού, παρότι δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο.
Η τρίτη πλευρά ανοίγει με το “Go go Carid”, ένα από τα λιγότερο ηλεκτρονικά κομμάτια του 2LP, με τις κιθάρες (ακουστικές και ηλεκτρικές σε ύφος Dire Straits) να συνυπάρχουν με τα πλήκτρα που αποδίδουν απλές μελωδίες, σ’ ένα romance-new age κλίμα. Στο “I can not” έχουμε την απόπειρα των 2 Katara να συνδέσουν την ηλεκτρονική με την παράδοσή μας. Τα είχε ξεκινήσει ο Παπαθανασίου αυτά από παλιά και άλλοι (και δεν εννοώ τις «Ωδές») και πάντως η διασκευή του ντούο σε τούτο το κλασικό ηπειρώτικο («Δεν μπορώ μανούλα μου») είναι πολύ καλή. Εξίσου ενδιαφέρον είναι και το “Sunrise”, που φέρνει ξανά κοντά ηλεκτρονικά και παράδοση, μ’ ένα σύνθι σε ρόλο κλαρίνου, αργή εξέλιξη και αισθητική Vangelis.
Το άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με το 17λεπτο “Greek lady”, που καταλαμβάνει όλη την τέταρτη πλευρά. Το κομμάτι προέρχεται από το 1991 και είναι εξαιρετικό. Εδώ ακούω vibes από τους Tangerine Dream ξανά (από το “Encore” πιο συγκεκριμένα), ενώ υπάρχουν ακόμη ντραμς, κρουστά, φωνητικά τύπου “My Life in The Bush of Ghosts” (Byrne-Eno), που μπορεί να κομίζουν «μνήμες» και από το Βυζάντιο ακόμη, φοβερές bass-lines, progressive ανάπτυξη και άλλα πολλά… Γενικώς, ένα περιπετειώδες track, από τα ωραιότερα που μπορεί κανείς να συναντήσει στη σχετική ελληνική δισκογραφία.
Τι άλλο να πει κανείς γι’ αυτή τη δουλειά που αποτελεί ουσιαστική έκπληξη και ολοκληρώνεται μ’ έναν τόσο εντυπωσιακό τρόπο;

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

ΤΑΚΗΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ (1951-2017)

Πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή ο κιθαρίστας-τραγουδοποιός Τάκης Ανδρούτσος. Όλοι γνωρίζουν τον Ανδρούτσο ως κιθαρίστα και συνθέτη των Πελόμα Μποκιού (είχε γράψει το «Κάποιος πεθαίνει», μαζί με τους Ηλία Μαρινάκη και Βλάσση Μπονάτσο), λιγότεροι όμως τον γνωρίζουν ως κιθαρίστα στα Μπουρμπούλια του Σαββόπουλου και ακόμη λιγότεροι με το συγκρότημά του τον Μεγαβάτη, πάνω στην αλλαγή του αιώνα.
H πλήρης φωτογραφία του Άλκη Σαχίνη, που χρησιμοποιήθηκε στο "Περιβόλι του Τρελλού". Ο Τάκης Ανδρούτσος στην άκρη αριστερά.
Λέω πως δεν τον γνωρίζουν όλοι, όπως θα έπρεπε, ως κιθαρίστα του Σαββόπουλου, επειδή στο «Περιβόλι του Τρελλού» (1969) δεν αναφέρεται το όνομά του, ενώ και στην κλασική φωτογραφία του Άλκη Σαχίνη, στο οπισθόφυλλο είναι «κομμένος», καθώς σ’ εκείνη φαίνονται μόνον οι Άρης Τασούλης, Βασίλης Ντάλλας και Διονύσης Σαββόπουλος (στην πλήρη φωτογραφία είναι ακόμη οι Τάκης Ανδρούτσος και Νίκος Τσιλογιάννης). Έτσι, κυρίως από μαρτυρίες και διηγήσεις ξέρουμε πως στο «Περιβόλι» ακούγεται και ο Ανδρούτσος – ο οποίος, πάντως, έπαιζε πριν στους First (Μίκης Μίχος και άλλοι). Μετά, τα πράγματα είναι πιο γνωστά. Από ένα σημείωμα που υπάρχει στο ένθετο του CD του Μεγαβάτη διαβάζουμε:
«Μπουρμπούλια… Ελλάδα… Τέλος δεκαετίας ’60… Πελόμα Μποκιού… Τάκης Ανδρούτσος. Ηλικιακά σχεδόν έφηβος, μα μουσικά σχεδόν ενήλικος άρχισε το ταξίδι του μέσα στη μουσική παίζοντας κιθάρα στα τότε Μπουρμπούλια με τον Δ. Σαββόπουλο. Την ίδια περίπου εποχή οι Πελόμα Μποκιού γεννιούνται στην ελληνική ροκ σκηνή με τον Τάκη φυσικά ενεργό και πρωταγωνιστικό μέλος, συνθέτοντας και δίνοντάς μας τη διαφορετικότητα (σ.σ. ο Γιώργος Στεφανάκης τα γράφει;). Ένας άνθρωπος όμως τόσο ενεργητικός και έτοιμος να γνωρίσει καινούρια πράγματα δεν μπορούσε παρά να αφήσει τη γενέτειρα χώρα και να γυρίσει σχεδόν σε όλες τις ηπείρους, ψάχνοντας και συλλέγοντας μουσικές και όχι μόνο, εμπειρίες και ερεθίσματα. Στην Αμερική γνωρίζει τον Λάκη Χατζηδημητρίου (σ.σ. ντράμερ στον Μεγαβάτη), έναν εξαιρετικό μουσικό με τον οποίον την ίδια εποχή φοιτούν μαζί στο American Conservatory of Music στο Σικάγο και παίζοντας σε γνωστά τότε μουσικά σχήματα, στα μεγαλύτερα κλαμπ των Αθηνών. Η ίδια ανησυχία οδήγησε αυτούς τους έλληνες μουσικούς να γνωριστούν σε μια ξένη χώρα και να αναγνωρίσουν τη μουσική και φιλία ανάμεσά τους».
Για το μοναδικό CD τού συγκροτήματος Μεγαβάτης είχα γράψει κάποια λόγια στο Jazz & Τζαζ, την εποχή τής κυκλοφορίας του. Έψαξα, βρήκα το τεύχος και μεταφέρω εδώ τα σχετικά:
ΜΕΓΑΒΑΤΗΣ – Ονειρικό – Legend 2201251072 – 2002
Χαίρομαι, προσωπικώς, όταν βλέπω μουσικούς από την πρώτη γενιά του ελληνικού ροκ όχι απλώς να βρίσκονται στις επάλξεις, αλλά και να ηχογραφούν αξιοπρεπέστατους δίσκους. Ο Μεγαβάτης είναι το σχήμα που οδηγεί σήμερα ο Τάκης Ανδρούτσος, lead κιθαρίστας των Πελόμα Μποκιού, συνθέτης και στιχουργός του συγκροτήματος (σ.σ. του Μεγαβάτη εννοώ).
Χωρίς καμμιά διάθεση υπερβολής έρχομαι να πω πως το «Ονειρικό» είναι ένα αρκετά καλό άλμπουμ, που στέκεται πιο πάνω από τα μέτρια στάνταρντ του σημερινού ελληνόφωνου ροκ. Στίχοι αξιοπρόσεκτοι, πολλές φορές εξαιρετικοί («Μοναξιά», «Φέρτε τη νύχτα εδώ»), συνθέσεις μεστές, παίξιμο δυνατό από νέους μουσικούς και «καραβάνες» του χώρου (Γιώργος Στεφανάκης, Μίκης Μίχος), ωραίες ερμηνείες από τον Στάθη Γιαννακόπουλο. Το μόνο μειονέκτημα; Η κάπως υπερβολική και σχετικώς παλιομοδίτικη χρήση των keyboards. Ας είναι όμως… αν και χάθηκε κάπου μιαν ευκαιρία. Τα «Ζάρια» ενορχηστρωμένα με αληθινά πνευστά θα ήταν απλώς το καλύτερο latin-jazz τραγούδι, που θα ’χε ηχογραφηθεί ποτέ στην Ελλάδα (με ελληνικό στίχο). Κι έτσι όμως ίσως είναι…».
[Jazz & Τζαζ, #112, Ιούλιος 2002]
Μεταφέρω και τους στίχους του Τάκη Ανδρούτσου από τα «Ζάρια»: 

Όπως τα ζάρια που πετάς
κατρακυλώντας στάθηκα μες στης ζωής το τάβλι

Εξάρες ήμουν ή διπλές
είτε άσχημες είτε καλές ακόμα δεν το ξέρω

Αλήθειες έπρεπε να βρω
να ξεκινήσω το χορό χωρίς κανένα ταίρι

Απ’ το Βοριά ως το Νοτιά
περιέργεια με έτρωγε βαθιά τον κόσμο να γνωρίσω

Δεν είχα μέλλον να σκεφτώ και παρελθόν να θυμηθώ
έτσι Νοέμβρη βροχερό
ξεκίνησα απ’ το σταθμό για Ανατολή και Δύση

Όπως τα ζάρια που πετώ
στην αγωνία μου κοιτώ της μοίρας τα γραμμένα

Στα χέρια μου τα έσφιξα
ευχήθηκα και έριξα μα αδιαφορώ τι φέρνω

Αλήθειες βρήκα να σταθώ
να καταλάβω πως μπορώ τον κόσμο να κουνήσω 

Ακούμε το πολύ καλό αυτό τραγούδι, που έχει μουσική και στίχους του Τάκη Ανδρούτσου από τον Μεγαβάτη (Στάθης Γιαννακόπουλος τραγούδι, Τάκης Ανδρούτσος κιθάρες, Δημήτρης Παναγιωτάκης μπάσο, Λάκης Χατζηδημητρίου ντραμς, Μίκης Μίχος πλήκτρα).