Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ

Δεν πρέπει να αδιαφορούμε για τις προτιμήσεις του λαού. Εντάξει, με άλλες μπορεί να συμφωνούμε και με άλλες όχι, όμως το να τις αντιμετωπίζουμε αφ’ υψηλού και υποτιμητικά, τοποθετώντας τον εαυτό μας κάπου «έξω» από τους πολλούς, και κάπου «παραπάνω», δεν βοηθάει τα πράγματα. Απεναντίας, εκείνο που βοηθάει είναι το να προσπαθείς να εξηγήσεις τι βρίσκουν οι πολλοί, που δεν το βρίσκεις εσύ ενδεχομένως στα τραγούδια του Παντελίδη, αυτού του πηγαίου ταλέντου που άφησε ορφανό το λαϊκό τραγούδι πριν από δυο χρόνια.
Ο Παντελίδης είχε δικό του τρόπο να γράφει στίχους, αδιαφορώντας για τους γραμματικούς κανόνες. Έβαζε ας πούμε δυο ρήματα μαζί, «τρώγοντας» συνδέσμους, προθέσεις κτλ., κάθε δίστιχό του είχε αυτοδύναμο νόημα, δίχως να συνδέεται αναγκαστικά με το προηγούμενο ή το επόμενό του, κι εν πάση περιπτώσει μιλούσε τα ελληνικά που μιλούσαν και μιλάνε οι άνθρωποι της γενιάς του, με τη σιγουριά και την πεποίθηση πως, πρώτα απ’ όλα, γινόταν κατανοητός από τους συνομηλίκους του. Κι αυτό έχει σημασία.
Αλλά και μελωδίες ωραίες έγραφε ο Παντελίδης, ενώ είχε άποψη για το πώς θα ακούγονταν τα τραγούδια του, με λιγότερο ή καθόλου μπουζούκι, και με το βιολί, το κλαρίνο, τα πνευστά και τις κιθάρες, να καταλαμβάνουν όλο και περισσότερα μέτρα στις ενοργανώσεις του.
Ο πρόωρος χαμός αυτού του ανθρώπου –και είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό που θα πω– στέρησε το λαϊκό τραγούδι από το μεγαλύτερο ταλέντο του εδώ και δεκαετίες (δύο τουλάχιστον). Ο άνθρωπος, που έκανε τραγούδι τον ίδιο το θάνατό του, δεν μπορεί παρά να έβλεπε πολύ μπροστά… Και υπό αυτή την έννοια όσοι αγαπάμε το λαϊκό νοιώθουμε χαμένοι διπλά και τρίδιπλα.
 

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

ΠΡΩΤΟΣ ΟΡΟΦΟΣ η 9η avant / πειραματική / ηλεκτρονική συλλογή

Να υπενθυμίσουμε πως ο Πρώτος Όροφος είναι μια καλλιτεχνική ομάδα από τη Θεσσαλονίκη, που διοργανώνει συναυλίες με ονόματα από τον χώρο της avant και πειραματικής ηλεκτρονικής. Η ομάδα ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2008 οργανώνοντας τα πρώτα live στον χώρο ενός γραφείου επί της οδού Ολυμπίου Διαμαντή (στη Θεσσαλονίκη). Σε ανάμνηση αυτών των γεγονότων ο Πρώτος Όροφος κυκλοφορεί, κάθε χρόνο, ένα CD-συλλογή με τους μουσικούς που εμφανίστηκαν στις εκδηλώσεις του την προηγούμενη χρονιά. Έως σήμερα έχουν τυπωθεί οκτώ τέτοιες συλλογές, για τις περισσότερες από τις οποίες έχουμε γράψει είτε εδώ στο δισκορυχείον είτε στο lifo.gr (γκουκλάρει όποιος θέλει τα σχετικά και βρίσκει). Τώρα, θα πούμε λίγα λόγια για το νούμερο «9», το πιο πρόσφατο CD του Πρώτου Ορόφου, που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο Δεκέμβριο σε 200 αντίτυπα. Περιλαμβάνει, δε, ηχογραφήσεις που συνέβησαν στον Πρώτο Όροφο από τον Δεκέμβριο του 2016, έως τον Μάιο του 2017.
Το άλμπουμ ξεκινά με το “Human geometry” των/του Mytrip από τη Βουλγαρία. Το κομμάτι έχει ambient χαρακτηριστικά (που θα το έφερναν κοντά ακόμη και στο kraut), drone στο βάθος και μια προοδευτική αύξηση της έντασής του πριν το κάπως βιαστικό κλείσιμο (εννοώ πως αυτού του τύπου τα tracks, μπορεί να τραβάνε μέχρι το άπειρο).
Το “Bitter mouth” του Kostadis (Ελλάδα) κολλάει σαν συνέχεια του προηγουμένου, αν και σαν άκουσμα είναι πιο ελεύθερο και περιπετειώδες. Drone και εδώ, αλλά και πολλά breaks διαφόρων τύπων, πάνω σ’ έναν κύριο, αλλά διαρκώς μεταβαλλόμενο καμβά.
Το «Χωρίς τίτλο» των Ξέρα έχει διάρκεια μόλις 1:12 και είναι ένα noisy hard core, που τελειώνει πριν καν αρχίσει.
Ακολουθεί το «Με σορτς ή χωρίς, έλα» των Τσόκολς, που είναι ένα κολάζ ήχων μουσικών ή μη στην αρχή, σε σειρά με μιαν αφήγηση σχετική με το «Κουρδιστό πορτοκάλι» (δεν τα λέει και άσχημα!) και σε σειρά μ’ ένα ηλεκτρονικό ρέκβιεμ, να το πούμε, με στοιχεία ηλεκτροστατικά από τη μέση και μετά.
Το 6λεπτο “Retorno” των Hexorcismos & May Roosevelt είναι ένα υποβλητικό electronic-drone track, με αργό και κάπως ιεροτελεστικό τέμπο, στο οποίο παρεισφρέουν αντιστικτικά techno γεμίσματα, «φωνές» και άλλα τινά εφφέ.
Στο “How soon” του Totsouko (Έλληνας είναι) υπάρχει μια trip-hop συνταγή, που διαμορφώνεται καταλλήλως, ορίζοντας ένα κάπως… μπλέιντ-ρανικό περιβάλλον.
Όπως διαβάζω στο discogs οι Millions of Dead Tourists είναι μιαcollaboration between Iason (PS Stamps Back, 1000+1 Tilt), Sotiris (Ksera) & Yiannis (Ksera). 2 basses, negativism, analog synths, spreading of despair, electronics. 3 people, lots of buttons. Στο “Tardigrade” οι Millions of Dead Tourists δίνουν ένα φουτουριστικό 5λεπτο σάουντρακ, με σκοτεινά nineties (κυρίως) ηλεκτρονικά χαρακτηριστικά.
Dead Gum είναι ο Παναγιώτης Σπούλος, που έχει κυκλοφορήσει κάμποσα CD-R στη Phase! από το 2009. Το “Velvet goldyours” είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα tracks του CD, ένα βαρύ και απροσπέλαστο κομμάτι, που θα μπορούσε να θυμίζει σάουντρακ του Bobby Beausoleil για ταινία του Kenneth Anger.
Το “Let the moon” των F.F.M.A.D. (από πού προέρχονται δεν γνωρίζω) είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του CD, αφού αγγίζει τα εννέα λεπτά. Βασικά έχουμε να κάνουμε μ’ ένα synth-rock, που, παρότι τραβάει σε μάκρος, δε χάνει πουθενά το ενδιαφέρον του. Πολύ καλό.
Προτελευταίο κομμάτι τής συλλογής το 7λεπτο “G.O.D. (Gods of Death)” των Skållhal (είναι ο Adam_is). Εδώ προάγεται ένα noisy, ερμητικά κλειστό ηχητικώς και με αυξανόμενη ένταση περιβάλλον, που «πέφτει» κάπως μόνο λίγο πριν το τέλος. Τυπικό, θα το χαρακτήριζα, για το είδος του.
Το CD θα ολοκληρωθεί με το επίσης 7λεπτο “Asonia” των Epavlis Pavlakis & Νικόλα Μαλεβίτση, που αναπτύσσεται με λογικές κολάζ και concrète, κινούμενο σε μια κλασική seventies φόρμα.
Πολύ υλικό, που δείχνει συνάμα και τις ποικίλες διαστάσεις της σημερινής πειραματικής-ηλεκτρονικής (ελληνικής) σκηνής.
Επαφή: www.protosorofos.gr

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

THIEFS street-jazz από τη Νέα Υόρκη

Από τη Νέα Υόρκη είναι οι Thiefs, οι οποίοι εμφανίστηκαν το 2013 μ’ ένα φερώνυμο CD τους εξερευνώντας, τότε, σχέσεις ανάμεσα στην improv-jazz και τα ηλεκτρονικά.
Μέλη, εκείνη την εποχή, των Thiefs ήταν οι: Guillermo E. Brown ντραμς, φωνή, ηλεκτρονικά, Christophe Panzani σαξόφωνα, ηλεκτρονικά και Keith Witty μπάσο, ηλεκτρονικά. Σήμερα, τέσσερα-πέντε χρόνια αργότερα, το γκρουπ έχει αλλάξει line-up, αφού τη θέση του Guillermo E. Brown (που είναι, πάντως, στην ομάδα των guests) έχει καταλάβει ο David Frazier Jr., ενώ αλλαγή υπάρχει και στην ηχητική κατεύθυνση του γκρουπ, αφού στο πιο πρόσφατο άλμπουμ τους, το Graft [La greffe]” [The Drops Music / Jazz and People, 2017], εκείνο που κυριαρχεί είναι το ραπάρισμα και το spoken word.
Με δυνατή ομάδα φιλοξενούμενων (Aaron Parks πιάνο, πλήκτρα, Mike Ladd, Gaël Faye, Guillermo E. Brown, Grey Santiago και Edgar Sekloka φωνητικά) οι Thiefs φτιάχνουν ένα τυπικό στην απόδοσή του νεοϋορκέζικο street άλμπουμ, μια μουσικο-ποιητική πραγματεία γύρω από τις έννοιες της ταυτότητας και της μετανάστευσης.
Πέραν του στιχουργικού δεδομένου, που είναι αυτό που είναι, υπάρχει και η μουσική… και αυτή από τη μεριά της είναι πολύ ενδιαφέρουσα, στην παράδοση των άλμπουμ του Guru Jazzmatazz κτλ., δίχως όμως τη δική του προσωδία. Υπάρχουν, μάλιστα, και κομμάτια που ξεχωρίζουν, όπως το “I live in fear”, που εμφανίζει μια ωραία πολυρυθμία, το “Fields”, που ροκάρει ακαταπαύστως, το “Pas dici”, που ακούγεται σε τρεις παραλλαγές, όλες ενδιαφέρουσες και με πολλά αυτοσχεδιαστικά στοιχεία στην εξέλιξή τους και ακόμη το “IWBAH”, ένα blues με ωραία πνευστά από τον Panzani, που με τα διαβρωτικά ηλεκτρονικά και με τα γεμίσματα από τα ντραμς μετατρέπεται σ’ ένα επικό κομμάτι.
Ωραίο άλμπουμ, με πολλές ιδιαιτερότητες και με δυναμική συνισταμένη.
Επαφή: www.wethiefs.com

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

MIKΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 79

15/2/2018
Τα παλιά χρόνια, αυτά που έζησα εγώ δηλαδή, μέσα στη ζούρλα της Αποκριάς σκάγανε και οι Γύφτοι με τις αρκούδες ή τις μαϊμούδες, που τις βάζανε να χορεύουν… και μετά, γυρίζοντας ανάποδα το ντέφι, μαζεύανε τα φραγκοδίδραγκα.
Επειδή στα κέντρα των πόλεων τους την ψιλοέπεφτε η αστυνομία, μαζεύονταν στις πλαϊνές γειτονιές, στις άκρες των πόλεων, κι εκεί γινόταν το σώσε από την πιτσιρικαρία…
Τώρα, άμα βγεις με αρκούδα στο δρόμο, Γύφτος ή όχι, ψαρεύοντας τάλιρα δε γλιτώνεις. Πας φυλακή. Θα σου την πέσουνε από την… ΑΑΔΕ, μέχρι τον Αρκτούρο του Μπουτάρη.

14/2/2018
>>Η Γιώτα Γιάννα μπορεί να αυτοαποκαλείται «ροκ», αν όμως πάρουμε τοις μετρητοίς τα λόγια της («ό,τι δεν ήθελα να το κάνω, δεν το ’κανα, αντιστάθηκα, είμαι ροκ») νομίζω πως στο τέλος θα πετάξουμε στα σκουπίδια όλους τους ροκάδες (Lennon, Jagger και τα τοιαύτα…) που ηχογραφούσαν, οι... συμβιβασμένοι, για τις άτιμες τις πολυεθνικές, για ν’ ακούμε μόνον… Shaggs, Κουκουτάρα και Γιώτα Γιάννα. Δεν χρειάζεται να πω πως η Γιάννα είναι μία λαϊκή τραγουδίστρια (προσωπικώς δεν μου αρέσει ο σύγχρονος τρόπος της), που δεν έχει ουδεμία σχέση με το rock ή το blues, ασχέτως του πώς εμφανίζεται (ή πώς την παρουσιάζουν διάφοροι δημοσιογράφοι) τον τελευταίο καιρό<<.
Αυτά τα λόγια, που τα είχα γράψει πριν 4 χρόνια στο δισκορυχείον (Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014), τα θυμήθηκα τώρα με το ντόρο που έγινε με τη Γιώτα Γιάννα (τραγούδησε λέει στον τηλεοπτικό ταβερνιάρη Παπαδόπουλο, δίπλα στην Πάολα κι έγινε χαμός – άλλοι την πήραν με τις πέτρες, άλλοι την αποθέωσαν κ.λπ.).  
Εμένα η Γιάννα ποτέ δε μου άρεσε, ούτε όταν τραγουδούσε νέα (φρόντισα να την ακούσω από δισκάκια), ούτε φυσικά τώρα που είναι γριά και απλώς «σκοτώνει» ό,τι λέει (αυτή είναι η γνώμη μου και δεν υπάρχει λόγος να την συμμεριστεί κανείς – αν και όλο και κάποιοι, πιθανώς, θα βρεθούν που θα συμφωνήσουν).  
Πέραν αυτού, τώρα, είναι εκνευριστικό ν’ ακούς από τους άσχετους να αποκαλούνε τη Γιάννα… ροκ, μπλουζ, αντεργκράουντ(!), «Πασιονάρια» λέει την είχε πει ο Χατζιδάκις (αλλά αντ’ άλλων –τι, πολέμησε το φασισμό η Γιώτα Γιάννα, μήπως ήταν στο ΚΚΕ;– πώς και γιατί «Πασιονάρια» λοιπόν, μπορεί να μας το εξηγήσει κάποιος απ’ αυτούς που το επαναλαμβάνουν;), «Ελληνίδα Τζάνις Τζόπλιν» κι άλλες τέτοιες παπαριές…  
Συνέλθετε ρε αστοιχείωτοι και αστοιχείωτες, δε βαρεθήκατε ακόμη;

13/2/2018
Άκου... αεροδρόμιο «Νίκος Γκάλης»! Κρίμα που είσαι και Θεσσαλονικιός ρε Μπουτάρη. Όλο μ@λ@κίες. Όταν υπάρχει Γιώργος Κούδας, ο Γκάλης είναι στην πόρτα και κόβει εισιτήρια…

12/2/2018 
Ο κόσμος έχει μπερδευτεί μ’ αυτά που διαβάζει και ακούει. 
Στο ψιλικατζίδικο ένας γέροντας έλεγε του ψιλικατζή πως ο Αντώναρος έβαλε τα γκαζάκια στο μαγαζί της Μαρέβας και πως γι’ αυτό τον διέγραψε ο Μητσοτάκης! Ο ψιλικατζής, που μάλλον δεν είχε πάρει χαμπάρι και πολλά (όλη τη μέρα στο ψιλικατζίδικο), δεν ήξερε τι να του πει. Μπήκα κι εγώ στην κουβέντα και τους είπα μια μαλακία… πως η Novartis είναι πίσω από το συλλαλητήριο για το μακεδονικό και πως αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός πως οι περισσότεροι από τους δέκα που αναφέρονται στη δικογραφία ήταν υποστηριχτές του. 
Λες; μου λέει ο γέρος. Γιατί όχι, του λέω… Δεν ξέρεις καμμιά φορά τι γίνεται… Για να τα πάρουμε πάλι από την αρχή… 

12/2/2018 
Οι φαρμακευτικές δεν έχουν ανάγκη όσους είναι ήδη άρρωστοι –αυτούς τους έχουν στο τσεπάκι τους–, αλλά αυτούς που είναι καλά. Κι έτσι μπαίνει σε εφαρμογή το σχέδιο μετατροπής των υγιών σε εν δυνάμει τελειωμένους δια της… ιατρικής τρομοκρατίας. Που τώρα με το ίντερνετ είναι πανεύκολη, διαχέεται πανεύκολα, και με τις δουλειές να πηγαίνουν ρολόι φυσικά, αφού τα διαγνωστικά κέντρα π.χ. πάνε να ξεπεράσουν σε αριθμό ακόμη και τα... σουβλατζίδικα.
«Δέκα επτά ύποπτα συμπτώματα καρκίνου, που μοιάζουν αθώα», «Δέκα σημάδια, που δείχνουν ότι τα νεφρά σας κινδυνεύουν», «Δέκα σημάδια που δείχνουν ότι πάσχετε από σύνδρομο διαρρέοντος εντέρου», «Επτά σημάδια του καρκίνου στον τράχηλο της μήτρας», «Πέντε σημάδια που δείχνουν ότι το συκώτι σας κινδυνεύει», «Πέντε σημάδια ότι ο συνάδελφός σας στη δουλειά είναι ψυχοπαθής», «Καρκίνος του μαστού: τέσσερα σημάδια για τα οποία ακούς σπάνια», «Καρδιακός κίνδυνος: τρία σημάδια που στέλνει το σώμα σας» κ.ο.κ.  
Όποιος δεν ξέρει να μετράει είναι σαν να του λένε πως τη γ@μησε. Θα μετρήσουν οι άλλοι για ’κείνον. Πρώτο νεκροταφείο, δεύτερο, τρίτο και τα λοιπά. 
Ίσα ρε...

AKI RISSANEN πιάνο-τρίο με αναφορές από Ligeti μέχρι Bill Evans και ακόμη παραπέρα

Φινλανδός πιανίστας με ήδη καταγραμμένη ιστορία, ο Aki Rissanen έχει καινούριο άλμπουμ στην Edition (AN Records) που τιτλοφορείται Another North (2017). Πρόκειται για ένα piano-trio LP/CD, στο οποίο ο Rissanen συνεργάζεται με τους Antti Lötjönen κοντραμπάσο και Teppo Mäkynen ντραμς.
Στο “Another North” περιλαμβάνονται επτά συνθέσεις, τέσσερις του Rissanen, μία του Jarmo Savolainen (επίσης φινλανδός πιανίστας με διακριτή καριέρα από τη δεκαετία του ’80), μία του György Ligeti και μία, που ανήκει σε όλα τα μέλη του trio. Οπωσδήποτε το όνομα του Ligeti λέει πολλά, όσον αφορά στις μη-τζαζ αναφορές-επιρροές του Rissanen –κάτι που δεν φαίνεται βεβαίως μόνο στη συγκεκριμένη διασκευή, που έχει έναν αέρα α λα Bill Evans, αλλά στις περισσότερες συνθέσεις, που διαθέτουν ένα συμπαγές contemporary feeling–, όπως πολλά λέει και η προσπάθεια, συγχρόνως του Φινλανδού, να δομήσει ένα CD, που, χωρίς να αποφεύγει ένα περφεξιονιστικό περιτύλιγμα, έχει τον τρόπο να σε παρασύρει με την πηγαία και δυναμική κατεύθυνσή του.
Έτσι, λοιπόν, είναι οι ταχύτητες βασικά, πάνω στις οποίες «πατάνε» οι τρεις οργανοπαίκτες, προκειμένου να παρουσιάσουν μια μουσική, συνθέσεις δηλαδή που να πατάνε γερά στα πόδια τους – δίνοντας έμφαση, ταυτοχρόνως, σε μιαν ιμπρεσιονιστική οπωσδήποτε αποτύπωση, που να μην φείδεται όμως και των περισσότερων λαϊκών καταγωγών. Και τούτο το τελευταίο έχει να κάνει με τις πολύ λεπτές και ορθά τοποθετημένες μη-δυτικές αναφορές, που είναι διάσπαρτες στα tracks του “Another North”. Ίσως, μάλιστα, να το μαρτυρά και ο τίτλος τού άλμπουμ αυτό το τελευταίο. Ένας «άλλος βορράς» δηλαδή, εκεί όπου το nordic κλίμα θα αποτελεί, οπωσδήποτε, μια σεβαστή παράμετρο, δίχως να αποκλείονται έτερα κομβικά σημεία.
Από τις πιο μεστές συνθέσεις του άλμπουμ η 8λεπτη “Nature of the beast” αποδεικνύει, κατά έναν τρόπο, όλα τα παραπάνω.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ INDIE, ΚΥΡΙΩΣ ΑΠΟ ΤΑ 80s ΚΑΙ ΜΕΤΑ…

Indie ή alternative ή εναλλακτικό. Ροκ ή ό,τι άλλο. Ελληνικό ροκ ή ό,τι άλλο ελληνικό. Το λέμε, επειδή indie, στη γενικότητά του, είναι οτιδήποτε ανεξάρτητο. Μπορεί ροκ, μπορεί και όχι. Και βεβαίως το indie δεν είναι εφεύρεση των 80s, ανεξάρτητα από το πότε καθιερώθηκε να ονομάζεται έτσι.
Η βασικές τρεις λέξεις που καθορίζουν το indie είναι οι… independent record labels. Οι ανεξάρτητες εταιρείες δηλαδή, μέσω των οποίων διοχετεύτηκαν στην αγορά τα σχετικά ακούσματα. Γιατί το indie, στην κυριολεξία του, είναι βασικά αυτό. Η μουσική των ανεξάρτητων εταιρειών – όχι των πολυεθνικών δηλαδή.
Στην Ελλάδα, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, και αν θέλουμε επίσης το πράγμα να το τραβήξουμε λίγο χρονικά, τότε θα υποστηρίζαμε πως το πρώτο και πιο σημαντικό ανεξάρτητο label που υπήρξε ποτέ στη χώρα ήταν η Lyra. Μια εταιρεία που ξεκίνησε το 1964 και που αναδείχθηκε στα τέλη του ’60 και στις αρχές του ’70 ως το πιο σημαντικό label και για το ελληνικό ροκ (μαζί με το παράλληλο Zodiac). Να υπενθυμίσουμε απλώς και μόνο τις εγγραφές των Διονύση Σαββόπουλου, Γιώργου Ρωμανού, Θανάση Γκαϊφύλλια, Νοστράδαμος, Πελόμα Μποκιού, Δάμων & Φιντίας, Εξαδάκτυλος, Μπουρμπούλια κ.λπ., για να καταδειχθεί το προφανές. Φυσικά, η σκηνή συγκροτείτο γύρω από τους ιστορικούς χώρους Ροντέο και Κύτταρο, ενώ από κοντά βοηθούσαν τα (μέινστριμ) έντυπα της εποχής (όπως το Φαντάζιο π.χ.), κάποια «εναλλακτικά» (όπως ο Κούρος ή η Μουσική Γενιά) και βεβαίως το κρατικό (διάβαζε και χουντικό) ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Χοντρικά και όσον αφορά στο ροκ έτσι κύλησε το πράγμα καθ’ όλη τη δεκαετία του ’70 – και το λέμε τούτο έχοντας κατά νου το τι σήμαινε ροκ στην Ελλάδα το 1974-75 και τι στα τέλη της δεκαετίας.
Όταν το ροκ αρχίζει να αποκτά ένα πιο… πληθωρικό πρόσωπο στη χώρα μετά την κυκλοφορία του «Φλου» το 1979 και όταν τα νέα σκιρτήματα του πανκ και του new-wave θ’ αρχίσουν να βρίσκουν έδαφος και στα δικά μας πράγματα (άκου Παρθενογένεσις π.χ.), όλα, σιγά-σιγά, θα πάρουν μια πιο ξεκάθαρη μορφή.
Indie σκηνή δεν σημαίνει φυσικά μόνο συγκροτήματα και εταιρείες, σημαίνει και κλαμπ, αλλά σημαίνει και μέσα επικοινωνίας (που θα υποστηρίξουν τη σκηνή), όπως σημαίνει και κοινό – οι fans δηλαδή, οι θιασώτες που θα στηρίξουν και με την τσέπη και με την καρδιά τους τα συγκροτήματα, τους χώρους, τα έντυπα κ.λπ. Αν όλα αυτά δεν λειτουργούν όπως πρέπει, τότε υπάρχει ζόρι. Η σκηνή μένει κολλημένη και το πράγμα ξεφουσκώνει, πριν πάρει τα πάνω του. Το έχουμε δει πολλές φορές και αυτό το σενάριο να γίνεται πραγματικότητα στην Ελλάδα.
Η δεκαετία του ’80, κακά τα ψέματα, υπήρξε η μήτρα του indie (με το πιο σύγχρονο προσωπείο του) στην Ελλάδα. Και γιατί το πράγμα άρχισε από ένα σημείο και μετά να πηγαίνει, ξανά, κάπως παράλληλα με ό,τι συνέβαινε έξω, και γιατί είχε ανοίξει πλέον η αγορά (και άρα το κοινό) και συνεπώς με κάποια λίγα φράγκα θα μπορούσε να στηθούν εταιρείες, χώροι, έντυπα κ.λπ. Προβλήματα, ώστε να… βλαστήσουν οι νέοι ή οι λιγότερο νέοι ήχοι (new-wave, punk, garage, νεοψυχεδέλεια κ.λπ.), πάντα υπήρχαν (και λογικό από μιαν άποψη), καθώς στη χώρα είχαν βαθιές ρίζες το λαϊκό τραγούδι (με… πύραυλο την τότε ρεμπετοαναβίωση), το «έντεχνο» κ.λπ., αλλά προσπάθειες γίνανε. Το λέμε, καθώς είδη με τεράστια κοινωνική βάση, όπως τα προηγούμενα, οπωσδήποτε… έκλεβαν πελατεία. Γιατί, δηλαδή, ένας 20χρονος το ’83 θα έπρεπε ν’ ακούει Metro Decay και Reporters και όχι Στράτο Διονυσίου ή Αθηναϊκή Κομπανία; Αυτό είναι ένα ερώτημα, που ποτέ, στην Ελλάδα, δεν απαντήθηκε πλήρως. Και ούτε πρόκειται ν’ απαντηθεί…
Με την αυγή της δεκαετίας του ’80 αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται τα συγκροτήματα με κάποια απ’ αυτά να βρίσκουν χώρο στις άρτι δημιουργημένες σκηνές (Σοφίτα, Skylamb, Αρετούσα…), άλλα να καταφέρνουν να παίξουν σαπόρτ σε live «ονομάτων» του εξωτερικού και άλλα να χτυπάνε με αξιώσεις την πόρτα της δισκογραφίας. Μερικές φορές είναι τόσο μπερδεμένα τα πράγματα, ώστε δεν βγάζεις άκρη. Οι Sharp Ties, το κορυφαίο ελληνικό συγκρότημα των αρχών της δεκαετίας και από κοντά οι Scraptown (αμφότερα με ήχο σύγχρονο και όχι με sixties-seventies αναφορές) ηχογραφούν για πολυεθνικές (EMI-Columbia, CBS) και άρα δεν εμπίπτουν στην κατηγορία… indie (των Happening, Creep, CVR, Enigma λίγο αργότερα…). Φαιδρότητες. Αντιθέτως διάφορα μέτρια συγκροτήματα σκάνε μύτη στα πρώτα ανεξάρτητα labels της εποχής και σήμερα όχι απλώς θεωρούνται indie, αλλά και γιορτάζεται πανηγυρικά η 30ετία ή η 35ετία τους (πια).
Τέλος πάντων κάπως έτσι έχουν τα πράγματα στα πρώτα χρόνια του ’80, καθώς το εγχώριο indie προσπαθεί να επιβιώσει και μέσω των λίγων παρουσιών του κυρίως στο κρατικό ραδιόφωνο (Αργύρης Ζήλος) και στα μουσικά έντυπα της εποχής (Μουσικό Εξπρές, Ποπ + Ροκ, Μουσική, Ήχος & Hi-Fi, Το Στοιχειωμένο Τραίνο…).
Στα μέσα της δεκαετίας και προς το τέλος της, στο δεύτερο μισό της δηλαδή, το πράγμα θεριεύει περισσότερο και τούτο έχει να κάνει με πολλά. Και με τα πολιτικοκοινωνικά της εποχής. Η σκηνή ριζοσπαστικοποιείται ακόμη περισσότερο, το εγχώριο πανκ βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή του (με Γενιά του Χάους, Stress, Panx Romana κ.λπ.), η Creep στα τελειώματά της δίνει μερικά πραγματικά καλά άλμπουμ, όπως το “Men of Clay” των Villa 21, σκάνε η Ano Kato, η Hitch-Hyke, το Δικαίωμα Διάβασης, η Lazy Dog, η Wipe Out και η Pegasus, υπάρχει ο Πήγασος, το Κύτταρο, το Madd κ.λπ., λειτουργεί πάντα η κασέτα (για κάτι πιο άμεσο), ξεκινάει η λεγόμενη Ελεύθερη Ραδιοφωνία και βεβαίως αρχίζουν να σκάνε τα φάνζιν το ένα μετά το άλλο (Rollin Under, Psychagogos, Στις Σκιές του Β-23, Merlins Music Box…), δίνοντας κι άλλο «σπρώξιμο» στη σκηνή. Έτσι, κι όπως εγώ το έζησα το πράγμα, καλύτερη και πιο μεστή περίοδος στην Ελλάδα, για το indie, από τα τέλη του ’80 δεν υπήρξε.
Η δεκαετία του ’90 στην αρχή της έχει την ορμή από τα eighties (δες π.χ. τις κυκλοφορίες της Fifth Dimension), όμως το πράγμα  σιγά-σιγά αρχίζει να βαραίνει. Αλλάζει και η μουσική – και το ροκ μαζί της, καθώς αποκτά πιο σκληρά και πιο σκοτεινά χαρακτηριστικά (δες τους τελευταίους για τότε δίσκους των Last Drive ή των Villa 21).
Φυσικά, μια ολόκληρη δεκαετία, όπως τα nineties που έχει μέσα τα πάντα (από τα φάνζιν στο χέρι και τα ποικίλα DIY, μέχρι το internet στα πρώτα του βήματα) δεν μπορεί να περιγραφεί με μια λέξη – αν και… λίγες λέξεις θα μπορούσε να δώσουν μια γενική κατεύθυνση. Χοντρικά, λοιπόν, θα λέγαμε πως το indie στα nineties αποκτά στην Ελλάδα πιο εμπορικά χαρακτηριστικά, και παύει ουσιαστικά να είναι indie στις κυρίαρχες γραμμές του. Οι μεγάλες εταιρείες βλέπουν τη δύναμη του ροκ (ελληνόφωνου ή αγγλόφωνου) και αφού μετεγγράφουν συγκροτήματα από τα ανεξάρτητα labels μαζεύουν στην πορεία όλο το χαρτί (οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά στην Virgin, οι Magic De Spell στη WEA, οι Last Drive στην BMG Ariola…). Παρά ταύτα όσοι προβιβάστηκαν στα major labels έμελλε να… αντικατασταθούν από άλλους, που ερχόντουσαν από κάτω και που αντιπροσώπευαν πια το νέο indie. Κατ’ εμέ η κορυφαία σκηνή της εποχής, που πέρασε μάλλον απαρατήρητη, ήταν εκείνη η ποπ τής This Happy Feeling (Next Time Passions, One Night Suzan, The Crooner, Kissamatic Lovebubbles) καθώς και ό,τι αντιπροσώπευαν τα σχήματα μιας συλλογής που είχε μοιραστεί με το περιοδικό Voice (πέραν των γκρουπ τής This Happy Feeling και Raining Pleasure, Ding an Sich, Pillow, The Wise, The Ophelias Garden κ.λπ.). Να μην ξεχάσουμε, όμως, τους Closer, τα Διάφανα Κρίνα και βεβαίως τους Στέρεο Νόβα, που παρέμειναν «ανεξάρτητοι» καθ’ όλα τα nineties. Για χώρους θα μιλήσουμε για το Ρόδον στην Αθήνα και για τον Μύλο στη Θεσσαλονίκη, ενώ το ιδιωτικό πλέον ραδιόφωνο (ερασιτεχνικό ή όχι) βοηθάει κι εκείνο όσο γίνεται.
Ο ερχομός των 00s φέρνει σιγά-σιγά και την εδραίωση του internet. Βασικά, το πράγμα αρχίζει να δείχνει πρόσωπο μετά το 2005, όταν στο χορό μπαίνει η πατρινή εταιρεία Inner Ear, η Puzzlemusik (βασικά με τις εγγραφές του Socos) και ορισμένες ακόμη (π.χ. η Archangel Music με τη Monika). Και σ’ αυτή τη φάση τα major labels ενσωματώνουν κορυφές του indie, όπως τους Κόρε.Ύδρο με τη «Φτηνή Ποπ για την Ελίτ» [EMI/Capitol, 2006] ή με το “Closer” [ΕΜΙ, 2006] των Closer, με το διαδίκτυο και τις διάφορες πλατφόρμες του (mySpace στην αρχή, soundcloud και bandcamp στη συνέχεια…) να αποτελούν στην πορεία «τόπους συνάντησης» μουσικών τε και μουσικών.
Αν τα nineties τα ξεχειλώσουμε μέχρι τα μέσα των 00s, τότε από ’κει και κάτω, και μέχρι σήμερα, ας ονομάσουμε αυτή την περίοδο “10s”. Τα τελευταία 10 χρόνια δηλαδή δεν παρατηρούνται πολύ σημαντικές αλλαγές στο χώρο.
Αν κάτι παίζει, που να μπορεί να διαφοροποιήσει τα πράγματα στο μέλλον αυτό είναι το λεγόμενο «βαθύ ίντερνετ» και το πόσο θα μπορέσει να αποτελέσει φυτώριο (αν μπορέσει) ενός νέου (ψηφιακού) αυτή τη φορά underground, μέσα στο οποίο η μουσική θα έχει μια πιο ξεκάθαρη πολιτικοκοινωνική διάσταση. Φυσικά, εδώ ελλοχεύουν άλλου είδους κίνδυνοι –εκείνοι που ελλοχεύουν δηλαδή και στην κανονική ζωή, με τη διάβρωση από τα μέσα κ.λπ.–, αλλά, και σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια εξέλιξη ίσως ν’ αποτελέσει εφαλτήριο για μια συνολική αλλαγή του χάρτη.
Θα το δούμε… Αν το δούμε…

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό SONIK «4 Δεκαετίες Indie [1976-2017]», τεύχος Αυγούστου 2017

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Για το #grief των Ελλήνων MADEBYGREY: «cinematic instrumental μουσική, μ’ ένα άγγιγμα από post-rock»

Διάβασα στο bandcamp πως οι Madebygrey είναι ένα project του Αντώνη Χατζημιχάλη (παίζει κιθάρες, πιάνο, glockenspiel, μπάσο), ο οποίος πλαισιώνεται από μερικούς ακόμη μουσικούς (Βαγγέλης Τσιμπλάκης ντραμς, Γιώργος Κωνσταντίνου μπάσο, Σοφία Σιώρα τρομπέτα, Χαράλαμπος Παρίτσης βιολί, Αντώνης Ανδρέου τρομπόνι και επιπροσθέτως Δημήτρης Σφυράκης κιθάρες σε δύο tracks) και που όλοι μαζί δημιουργούν αυτό το άλμπουμ, το “#grief [Ikaros, 2017], που διακρίνεται για την… cinematic instrumental μουσική του, μ’ ένα άγγιγμα από post-rock. Χοντρικώς, κάπως έτσι έχουν τα πράγματα… αν και μπορούμε, και πρέπει, να πούμε λίγα λόγια παραπάνω.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “beautiful strange otherness”, ένα κομμάτι σε κάπως γρήγορο τέμπο με ωραία ανάπτυξη, breaks (γεμίσματα) από την τρομπέτα κι ένα σπάσιμο του τέμπο κάπου προς τη μέση, όταν φωνή και βιολί, απομυθοποιούν κάπως την αφήγηση. Cinematic δεν θα το έλεγα και τόσο… post-rock όμως ok. Ακολουθεί το “the upward turn”, που ξεκινάει αργά και κάπως τελετουργικά (με βιολί και κιθάρες μπροστά), για να πάρει πολύ τα πάνω στην πορεία, όταν η μελωδία γεμίζει από παντού με το τρομπόνι, την κιθάρα και το βιολί να κάνουν γερή δουλειά. Ωραίο κομμάτι! Η πλευρά θα κλείσει (για βινύλιο συζητάμε πάντα) με το “immune”, που έχει την ίδια λογική ανάπτυξης με το προηγούμενο track, αν και διαθέτει πιο βαριές κιθάρες. Όχι, δεν είναι heavy, καθώς μετά τη μέση αλλάζει πάλι με τύπου boléro ντραμς και με το βιολί με την τρομπέτα να «ζωγραφίζουν» αποφασιστικά.
Η β πλευρά ξεκινάει με το “irreversible” ένα βαρύ και κάπως επικό με στοιχεία stoner κομμάτι, που «σπάνε» φυσικά από την παρουσία της τρομπέτας. Όπως στα περισσότερα tracks του “#grief” έτσι κι εδώ έχουμε μιαν «αλλαγή» περί τη μέση, πριν το κομμάτι «ξαναφύγει» στο υπόλοιπο μισό. Το “numb”, που ακολουθεί, είναι το μικρότερο σε διάρκεια track του LP (μόλις 1:42) και μοιάζει κάπως με ιντερμέτζο ή σαν εισαγωγή στο “bargaining”, που έφερε στη μνήμη μου τους Electric Litany (γενικώς, θα έλεγα πως τα δύο γκρουπ δεν τα χωρίζουν και τόσα πολλά), πριν το άλμπουμ ολοκληρωθεί με το 8λεπτο “waltz of denial”, ένα ακόμη θαυμάσιο ορχηστρικό, που αναπτύσσεται χαλαρά, αλλά πάντα με τόλμη και με δύναμη.
Πολύ καλό άλμπουμ από τους Madebygrey – ντεμπούτο ουσιαστικά, καθώς είχε προηγηθεί ένα EP το 2013.

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

BLUES REVIVAL 36: MEMPHIS WILLIE B. (1911;-1993)

Ένας ακόμη από τους όχι πολύ γνωστούς ήρωες του blues revival, o Memphis Willie B., γεννημένος στη Shelby County του Tennessee ως William Borum, θα γίνει «κάποιος» και αυτός όταν θα συνδεθεί με τους περίφημους Memphis Jug Band προς τα τέλη της δεκαετίας του ’20.
Παίζοντας εξ ίσου καλά κιθάρα και φυσαρμόνικα, στην οποίαν εξασκήθηκε μαθαίνοντας πολλά από τον Noah Lewis (κορυφαίος αρμονικίστας του Memphis), o Memphis Willie B. θα βρεθεί να συνεργάζεται κάποια στιγμή με τους Sonny Boy “Rice Miller” Williamson, Willie Brown, Garfield Akers και Robert Johnson(!), ενώ το 1934 φαίνεται πως συνοδεύει (δεν είναι εντελώς εξακριβωμένο) την τραγουδίστρια Hattie Hart, στη συνεργασία της με τον κιθαρίστα Allen Shaw, σε μερικά sessions που έλαβαν χώρα στη Νέα Υόρκη (78άρια στη Vocalion). Παρά ταύτα τίποτα δεν φαινόταν ικανό να αλλάξει την πορεία του στο χώρο, που δεν ήταν άλλη από εκείνη ενός καλού συνοδού.
Στα πρώτα χρόνια του ’60, στην εποχή του blues revival δηλαδή, ο Memphis Willie B. θα βρεθεί και πάλι στα πράγματα, ηχογραφώντας δύο άλμπουμ για την Prestige / Bluesville, παίζοντας συγχρόνως με τους Gus Cannon και Furry Lewis – μουσικούς τους οποίους γνώριζε από τα χρόνια του ’20. Φαίνεται, όμως, πως ήταν… τυχερό του να πέφτει με το χρόνο στην αφάνεια, με αποτέλεσμα, κάποια στιγμή, να χαθεί εντελώς από τα πράγματα, παρά τα κάποια μικρά, περιστασιακά του sessions.
Δισκογραφία
1. Introducing Memphis Willie B. – Prestige / Bluesville BVLP 1034 – 1961 
2. Hard Working Man Blues – Prestige / Bluesville BVLP 1048 – 1962