Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

POP ELEVEN για το ιστορικό ροκ δισκάδικο της Αθήνας

Διαφήμιση από το 1971
Τις προάλλες διάβασα στο site της Athens Voice ένα κείμενο του Γιάννη Νένε, με αφορμή τη Record Store Day, σχετικό με το ιστορικό δισκάδικο των αδελφών Φαληρέα Pop 11 (ή και Pop Eleven καλύτερα). Βασικά, το κείμενο είναι οι αναμνήσεις ενός Γιώργου Κουτσονάσιου –δε θυμόμουν το όνομά του, παρότι είχα διαβάσει δικά του κείμενα στο περιοδικό Το Ντέφι, αν και η φάτσα του μου ήταν γνωστή–, ο οποίος δούλευε στο δισκάδικο (όπως λέει) στις αρχές του ’80. O Κουτσονάσιος λέει διάφορα κουλά, αλλά το χειρότερο όλων είναι η αρχή του. Τι διαβάζουμε λοιπόν εκεί; Πως... «το μαγαζί άνοιξε γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’70 από τους δύο αδερφούς Φαληρέα».
Η σακούλα - σχέδιο: Π. Κουτρουμπούσης
Στο facebook έκανα μια σχετική ανάρτηση γύρω από τα λεγόμενα του Κουτσονάσιου και έπεσαν πολλά σχόλια, που βοήθησαν στο να διευκρινιστεί η ιστορία αυτού του χώρου, που αποτέλεσε κυρίως στη δεκαετία του ’70 ένα σημείο, μέσα στον οποίο δε στεγάστηκε μόνο το rock, αλλά και η jazz, το blues, η ποίηση, η λογοτεχνία, ακόμη και ο κινηματογράφος (σκηνές από το Pop Eleven υπάρχουν στις ταινίες Μαύρο + Άσπρο των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού από το 1973 και Τα Χρώματα της Ίριδος του Νίκου Παναγιωτόπουλου από το 1974).
Πότε άνοιξε το Pop Eleven; Σ’ ένα παλαιό κείμενο τού αείμνηστου Τάσου Φαληρέα στο περιοδικό Ήχος & Hi-Fi (#243, Ιούνιος 1993) διαβάζουμε πως το… «Το μαγαζί, το Pop 11, άνοιξε το '70 από μένα και τον αδελφό μου (σ.σ. ο Γρηγόρης)». Ρώτησα, μάλιστα, για το θέμα και τον ίδιο το Γρηγόρη Φαληρέα και μου είπε πως… «το πρώτο Pop Eleven άνοιξε τον χειμώνα του 1969 στην οδό Σκουφά 73». Το «χειμώνας», σημαίνει φυσικά Δεκέμβρης 1969 κι έτσι αν δεχτούμε αυτές τις μαρτυρίες των αδελφών Φαληρέα ως ορθές (που είναι), αντιλαμβάνεστε πως τα περί… «μέσα της δεκαετίας του ’70» του Κουτσονάσιου είναι παντελώς out.
Ένα θέμα που τέθηκε από μένα είναι πως το δισκάδικο μετακόμισε περί την άνοιξη του 1974 από τη θέση Σκουφά 73Α (πίσω από το σημερινό δισκάδικο του Πάνου και του Σωτήρη στην Καπλανών, πρώην Σόλωνος & Μασσαλίας) στη θέση Σκουφά 57 (λίγο πιο πάνω δηλαδή, προς την πλατεία Κολωνακίου). Τούτο το υποστήριξα επειδή είχα δει σχετική διαφημιστική καταχώριση (στα βιβλιοπωλεία) στο περιοδικό Διάλειμμα του Λεωνίδα Χρηστάκη (τεύχος 3, 15-30 Μαΐου 1974). Η ίδια δε καταχώριση υπάρχει και στο πρώτο τεύχος του περιοδικού (15-28 Απρίλη 1974) όπως μας είπε και ο Κώστας Αρβανίτης. Κανείς όμως από τους σχολιαστές στο facebook (ο Γιώργος Γιαννόπουλος κατέθεσε προσωπική μαρτυρία, ενώ ο Θανάσης Ζελιαναίος μας έστειλε σκαναρισμένες καταχωρίσεις του Pop Eleven από τον Ήχο και το τεύχος 43, του Οκτωβρίου ’76 με διεύθυνση… Σκουφά 73Α), ούτε ο Γρηγόρης Φαληρέας, δεν επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Να ήταν λάθος του Χρηστάκη; Είναι πιθανόν…
Έτσι λοιπόν το Pop Eleven φαίνεται πως μετακομίζει τελικώς κάποια στιγμή μέσα στο 1977 προς τη Σκουφά 15 (στον πρώτο όροφο). Εκεί ήταν σίγουρα έως και το 1981, γιατί το Pop Eleven που είχα επισκεφθεί εγώ (το 1982-83 πια) ήταν αλλού. Στην Πινδάρου 38 και Τσακάλωφ (πρώτος όροφος πάλι).
Και κάτι ακόμη που λίγοι, ίσως, θα το θυμούνται. Στις αρχές του 1981 είχε ανοίξει κι ένα ακόμη Pop-11… με καφέ και τοστ, στην πλατεία Έλενας Βενιζέλου, Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου 8 (πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού), αλλά πρέπει να έκλεισε γρήγορα…

EDITION RECORDS οι νέες κυκλοφορίες μιας βρετανικής εταιρείας με στυλ

PABLO HELD TRIO: Investigations [EDN1109, 2018]
Σχεδόν κλασικό ευρωπαϊκό jazz trio είναι το trio τού 32χρονου γερμανού πιανίστα και συνθέτη Pablo Held (δίπλα του στέκονται οι Robert Landfermann μπάσο και Jonas Burgwinkel ντραμς). Και λέμε «σχεδόν κλασικό», γιατί ο Held έχει και… παλαιές αγγλο-αμερικανικές αναφορές –τον σπουδαίο πιανίστα, που δεν βρίσκεται πια στη ζωή, John Taylor π.χ., τού οποίου υπήρξε και μαθητής, ή ακόμη και τον… μεταγενέστερο McCoy Tyner, καθώς τον ακούμε να τα χώνει στο εισαγωγικό και φερώνυμο “Investigations”– και φυσικά ευρωπαϊκές, στο σχεδόν τυπικό πλέον mood, που προέβαλλαν κατά κόρον οι e.s.t. από τα μέσα του ’90 και μετά. Ίσως μάλιστα ο Γερμανός να είναι ακόμη πιο… ρομαντικός από τους Σουηδούς, αν κρίνουμε από τις συνθέσεις του “Ill dream of flowers” και “April sonne”, που καθώς εξελίσσονται σε αργό τέμπο παρέχουν κάθε δυνατότητα στον πιανίστα να «γεμίσει» με… ήσυχες μελωδίες.
Ο ίδιος ο Held, στο booklet τού CD του, λέει πως η αληθινή έμπνευσή του, για τα κομμάτια που εδώ μας παρουσιάζει, και που ηχογραφήθηκαν κάπου στην Κολωνία τον περασμένο Αύγουστο και Σεπτέμβριο, υπήρξαν η οικογένειά του και οι φίλοι του. Ίσως έτσι να εξηγείται το γενικώς ήπιο και μάλλον λιτό περιβάλλον που οικοδομείται στο “Investigations” – ένα περιβάλλον που, βεβαίως, ελέγχεται πρώτα απ’ όλα από το πιάνο τού Held, καθώς τις ολοφάνερα λιγότερες στιγμές το ρυθμικό τμήμα πιάνεται να δρα κάπως υπονομευτικά.
IVO NEAME: Moksha [EDN1108, 2018]
Ο Ivo Neame είναι ο πιανίστας των Phronesis – του λονδρέζικου jazz-trio, που τόσο έχουμε απολαύσει στο πάλκο και τη δισκογραφία. Ο Neame, που δεν ηχογραφεί φυσικά μόνο με τους Phronesis μα και με άλλους σχηματισμούς (το Kairos 4tet π.χ.), έχει περαιτέρω και προσωπική δισκογραφία, με πιο πρόσφατο άλμπουμ του το παρόν “Moksha”. Εδώ, ο Neame χειρίζεται… όλα τα πλήκτρα, από ακουστικό πιάνο και fender rhodes, μέχρι mellotron, hammond και nord lead, έχοντας δίπλα του τους George Crowley τενόρο σαξόφωνο, Tom Farmer κοντραμπάσο και James Maddren ντραμς.
Το “Moksha” περιλαμβάνει επτά συνθέσεις, όλες του Neame, που διακρίνονται για τον πλουραλιστικό χαρακτήρα τους. Όπως οι Phronesis, να πούμε, έχουν τον τρόπο να περνούν από πολλά και διαφορετικά αισθητικά πεδία, πριν καταλήξουν σ’ εκείνο το δικό τους ένα, έτσι και ο Neame ξέρει πώς να διαχειριστεί αυτό το πλήθος των αναφορών του, προτείνοντας τη δική του μουσική, τη δική του τζαζ μουσική. Η ποικιλία των πλήκτρων τού δίνει λοιπόν τη δυνατότητα να περιπλανηθεί σε διάφορους χώρους της ηλεκτρικής jazz και του rock, κατορθώνοντας να μεταφέρει στις συνθέσεις του τόσο το κλίμα των Phronesis, όσο και άλλες έτερες καταστάσεις που μπορεί να έχουν να κάνουν ακόμη και με τον Ήχο του Canterbury – σε κομμάτια όπως το 7λεπτο “Laika” φερ’ ειπείν.
Γενικώς, θα λέγαμε πως το άλμπουμ του Βρετανού είναι πολύ καλό, γεμάτο με γόνιμες και ευέλικτες συνθέσεις, στις οποίες ο ρόλος του σαξοφωνίστα Crowley δεν είναι και δεν θα μπορούσε να ήταν μικρός.
VERNERI POHJOLA / MIKA KALLIO: Animal Image [EDN1107, 2018]
Το “Animal Image” είναι το σάουντρακ μιας πειραματικής, όπως διαβάζω, ταινίας, που περιστρέφεται γύρω από τις σχέσεις των ανθρώπων με τα ζώα και την οποία έχει ολοκληρώσει ο Φινλανδός Perttu Saksa. Γι’ αυτή την ταινία έγραψαν μουσική ο γνωστός μας πια τρομπετίστας (εδώ χειρίζεται και ηλεκτρονικά) Verneri Pohjola σε συνεργασία με τον συμπατριώτη του ντράμερ και περκασιονίστα Mika Kallio.
Να πω, τώρα, πως η μουσική των Pohjola και Kallio ανακάλεσε στη μνήμη μου το ανάλογο σάουντρακ του Robert Wyatt για το The Animals Film του 1981 είναι, μάλλον, κάτι προφανές (εννοώ πως θα το σκέφτονταν και άλλοι), παρότι οι δύο μουσικές δεν μοιάζουν και τόσο – όχι πως, κατά τόπους, δεν εμφανίζουν και κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Τέλος πάντων, εδώ έχουμε μια μουσική ελεγχόμενα πειραματική, έτσι κάπως θα την αποκαλούσα, που παρότι προβάλλεται από δύο μόλις μουσικούς  εμφανίζεται τούτη ως πλήρης και ολοκληρωμένη.
Ο Pohjola είναι ο γνωστός μας άσσος της τρομπέτας, που με τη βοήθεια των ηλεκτρονικών ξέρει να δημιουργεί καινούρια περιβάλλοντα «βάθους» ή να επεκτείνει τέλος πάντων τα πιο αυστηρά… τρομπετικά, με τον Kallio να συνεισφέρει σε κρουστές βοήθειες άλλοτε με το κλασικό ντραμ-σετ και άλλοτε με τα γκονγκ του.
Το αποτέλεσμα είναι αυτό που πρέπει να είναι… μάλλον («μάλλον», γιατί δεν έχουμε δει την ταινία). Άλλοτε σφόδρα υποβλητικό και ελαφρώς εικονοκλαστικό (με στοιχεία αυτοσχεδιαστικά – άκου το 4λεπτο “Goshawks dream”) και άλλοτε περισσότερο αναμενόμενο, δίχως να ποτέ ξεπέφτει στο προβλέψιμο ή το αδιάφορο.
EYOLF DALE: Return to Mind [EDN1106, 2018]
Ο νορβηγός τζαζ πιανίστας Eyolf Dale είναι μια ακόμη περίπτωση της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκηνής. Με εγγραφές στην Rune Grammofon, την Curling Legs και τα πιο πρόσφατα χρόνια στη βρετανική Edition Records έχει καταφέρει να δώσει στίγμα (γιατί για… υποσχέσεις δεν θα πρέπει πλέον να μιλάμε), προβάλλοντας άλμπουμ με ξεκάθαρο, υψηλό, αισθητικό περιεχόμενο.
Στο πιο πρόσφατο απ’ αυτά (τα άλμπουμ), που έχει τίτλο “Return to Mind”, ο Dale συνεργάζεται με μιαν ομάδα μουσικών που χειρίζονται τενόρο σαξόφωνο, τρομπέτα, τρομπόνι, βιολί, βιμπράφωνο, μπάσο και ντραμς (σαν πρώτα όργανα), πράγμα που του δίνει ακόμη περισσότερες δυνατότητες ν’ αποδείξει πόσο μετράει στη γενικότερη καθοδήγηση (και) μιας οκταμελούς ορχήστρας.
Υπάρχουν συνθέσεις (άπασες του Dale εδώ), που αποδεικνύουν πως ο Νορβηγός έχει εντρυφήσει σε πολλά και διαφορετικά τζαζ μετερίζια. Από τη μια μεριά υπάρχει αυτός ο χαρακτηριστικός μελωδικός διάκοσμος τής nordic παραγωγής (ο Jan Garbarek π.χ.) και από την άλλη μια ρυθμική στόχευση, που μεταφέρει το κέντρο βάρους από τα όρια της chamber jazz (ας την πούμε έτσι) σ’ εκείνα ενός ελεγχόμενου «ζαππισμού» (“Naurak”, “I cant deny”) ή εν πάση περιπτώσει ενός ιδιόμορφου fusion τύπου… παλαιού Gary Burton.
Όλα τούτα λειτουργούν κανονικότατα από την αρχή και μ’ ένα αίσθημα προφανούς ενορχηστρωτικής ευθύνης, εμφανίζοντας το “Return to Mind” ως ένα –γιατί όχι;– άλμπουμ, σημερινής τζαζ, αναφοράς
SNOWPOET: Thought you Knew [EDN1105, 2018]
Οι Snowpoet είναι ένα λονδρέζικο σχήμα, που τώρα κυκλοφορεί το δεύτερο άλμπουμ του. Βασικό μέλος των Snowpoet είναι η τραγουδίστρια και στιχουργός Lauren Kinsella, o μπασίστας και keyboard player Chris Hyson και ακόμη ένας ακουστικός κιθαρίστας, ένας πιανίστας, ένας ντράμερ κι ένας σαξοφωνίστας, ενώ υπάρχουν και «βοήθειες» σε βιολί, τσέλο και ντραμς-κρουστά.
Τώρα, το ερώτημα είναι… τι παίζουν οι Snowpoet και αυτό δεν μπορείς να το πεις μετά απολύτου βεβαιότητας. Να τους πεις pop είναι ίσως σωστό – αν και στην περίπτωσή μας δεν ανιχνεύεται κάποια εμφανής… ποπ τυπικότητα. Βεβαίως η Björk είναι μιαν αναφορά, άλλοτε πιο φανερή και άλλοτε λιγότερο, παρότι οι πραγματικές επιρροές των Snowpoet σχετίζονται με το ακουστικό folk-rock της Emilíana Torrini και της Gillian Welch (τραγούδια των οποίων αποδίδει η Lauren Kinsella).
Το κλίμα στο “Thought you Knew” είναι χαλαρό και ήπιο, με την ντελικάτη jazz και την εκλεπτυσμένη pop να… κονταροχτυπιούνται για το ποια από τις δύο θα αρπάξει τα πρωτεία. Δύσκολο να πεις τελικώς ποια κέρδισε ακούγοντας τραγούδια σαν το “Love again” (ίσως το ωραιότερο του άλμπουμ).
ELLIOT GALVIN: The Influencing Machine [EDN1103, 2018]
Νέο άλμπουμ και για τον βρετανό πιανίστα και συνθέτη Elliot Galvin – έναν μουσικό, που, ίσως, κάποιοι να τον θυμούνται και ως μέλος των Dinosaur, ενός σχήματος που είχε εμφανισθεί πέρυσι στις αρχές του καλοκαιριού στην Πάτρα, στο Jazz + Πράξεις 2017. Στο “The Influencing Machine” ο Elliot Galvin χειρίζεται κι άλλα keyboards (πλην πιάνου), καθώς και παιγνίδια (εκμεταλλεύεται διαφόρους ήχους από παιγνίδια εννοώ, όπως κάνει κατά κόρον ο Pascal Comelade κ.ά.), ενώ δίπλα του βρίσκονται ο Tom McCredie κοντραμπάσο, κιθάρα και ο Corrie Dick ντραμς (μέλος κι αυτός των Dinosaur). Το αποτέλεσμα είναι δέκα συνθέσεις (όλες του Galvin), που διακρίνονται για την εξυπνάδα, τον αντικομφορμισμό και τη γενικότερη συμπόρευσή τους με το αναπάντεχο. Υπό αυτή την έννοια το τρίο τού Elliot Galvin είναι ένα αναπάντεχο jazz-trio, κάτι που του παρέχει αυτομάτως κι άλλα bonus. Αρνούμενος να εμφανιστεί είτε ως Ευρωπαίος παγερός μελωδός είτε ως Αμερικανός ρομαντικός ή νέο-ρομαντικός, ο Galvin μοιάζει να εμπιστεύεται περισσότερο το ένστικτο στην προσπάθειά του να καταγράψει όλα εκείνα που μουσικώς σκέφτεται και εννοεί, αδιαφορώντας για τις… συνέπειες. Οι οποίες μπορεί να είναι ποιες; Βασικά, το να μην τον πάρουν και πολύ στα σοβαρά οι ακραιφνείς jazzheads… αλλά αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα, πόσω μάλλον σοβαρό πρόβλημα.
Το “The Influencing Machine” είναι ένα άλμπουμ απρόβλεπτο, που… παίζει με την jazz και φυσικά και με άλλους ήχους (ακόμη και με το rock), γεμάτο με ανατροπές κι εκπλήξεις. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι αληθινά ξεχωριστό. 

Η Edition Records εισάγεται στην Ελλάδα από την AN Music

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΜΑΡΙΔΑΚΗΣ για το τρίτο άλμπουμ του «Βάρκα στο Σπίτι»

Έχουμε γράψει και για τους δύο προηγούμενους δίσκους τού Λεωνίδα Μαριδάκη, το «Αβάδιστα» (2005) και το «Σε Βάθος Δρόμου» (2010) και τώρα θα πούμε κάποια λόγια για τον τρίτο του και πλέον πρόσφατο, το «Βάρκα στο Σπίτι» [Μετρονόμος, 2017]. Ο Μαριδάκης είναι ένας τραγουδοποιός με κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία επιβεβαιώνονται και στο παρόν CD του.
Αν ξεκινήσουμε από τη μουσική (σε όλα τα τραγούδια οι μελοποιήσεις των στίχων είναι δικές του). Εδώ, ο Μαριδάκης φαίνεται, σε πολλά από τα τραγούδια του, πως γράφει μουσικές… γιορταστικές, ευχάριστες (ασχέτως αν μ’ αυτές μπορείς να πεις ευχάριστα ή λιγότερα ευχάριστα πράγματα, πιο σοβαρά ή πιο ανάλαφρα). Μιλάμε για τις διάφορες… αποχρώσεις τού λάτιν κυρίως, αλλά και βαλσάκια, εθνο-τρόπικαλ και τ’ ανάλογα, μουσικές που εδώ στην Ελλάδα τις κατατάσσουμε συνήθως στις «χαλαρές», και τις οποίες, τις πιο πρόσφατες δεκαετίες, τις γνωρίσαμε στο χώρο του τραγουδιού μας από τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και τα ακόμη πιο κοντινά χρόνια από τον Γιώργη Χριστοδούλου ή και τον Κωστή Μαραβέγια. Εντάξει, μπορεί να μην είναι όλα τα τραγούδια σ’ αυτά τα στυλ που προαναφέραμε, καθώς εδώ ακούγεται ακόμη και country («Ο δαίμων του τυπογραφείου») ή έντεχνο (στο «Στο βάρκα στο σπίτι» – ίσως το πιο αταίριαστο, σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα, τραγούδι του άλμπουμ, στηριγμένο σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου), είναι όμως κυρίαρχα.
Από πλευράς στίχου τώρα. Από τα έντεκα τραγούδια του δίσκου ο Μαριδάκης έχει γράψει αποκλειστικώς στίχους σε δύο. Σε τέσσερα έχει γράψει η Νικόλ Κατσάνη (σε δύο μαζί με τον Μαριδάκη), ενώ από ένα ανήκει στους Πάνο Αντωνάτο, Μάρκο Μαριδάκη, Μάνο Ελευθερίου, Ειρήνη Σουργιαδάκη και Φωτεινή Λαμπρίδη. Θα πω πως αν εξαιρέσεις τους στίχους τού Μάνου Ελευθερίου (που δεν κολλάνε με τους υπόλοιπους – γενικώς, δηλαδή, το τραγούδι δεν σχετίζεται με τα υπόλοιπα, όπως σημείωσα και παραπάνω), όλοι οι άλλοι (στίχοι) είναι συμβατοί μ’ εκείνο που έχει στο νου του ο Μαριδάκης. Και είναι και έξυπνοι και καλογραμμένοι.
Πέραν τούτων, τώρα, οι ερμηνείες (βασικά από τον Μαριδάκη) είναι και αυτές συμβατές με τη γενικότερη αίσθηση και διάθεση, ενώ και οι ενορχηστρώσεις (πάλι από τον Μαριδάκη) είναι εξίσου προσεγμένες έως και ευφάνταστες θα έλεγα ανά σημεία (ακούγονται τρομπέτα, τρομπόνι, βιολιά, πιάνο, μέλοτρον, κιθάρες, μπάσο, ντραμς κ.λπ.).
Γενικώς, το «Βάρκα στο Σπίτι» είναι ένα ευχάριστο άλμπουμ, που έχει απλά και ενίοτε γοητευτικά τραγούδια, που στέκονται χωρίς ζόρια… και όχι σ’ ένα στυλ τράβα-τράβα όλο και κάτι θα βγει.
Επαφή: www.metronomos.gr