Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

FEDERICO MONETTA QUARTET + RENÉ MOSELE τζαζ με έμπνευση τις ελβετικές λίμνες

Ο συνθέτης, πιανίστας και ακορντεονίστας Federico Monetta δεν είναι Ελεβετός (θα μπορούσε), αλλά Ιταλός – κάτι, πάντως, που δεν τον εμπόδισε να φτιάξει ένα άλμπουμ, ένα τζαζ άλμπουμ, για την Ελβετία, που να είναι αφιερωμένο στη φύση της.
Βασικά, ο Monetta στην προσπάθεια προώθησης του προηγούμενου CD του “Walking in my Soul” [Unit, 2015], περιόδευσε στην Ελβετία και… εντυπωσιασμένος από τη χώρα των χιλίων πεντακοσίων λιμνών (δεν είναι περισσότερες από τις... φινλανδικές, αλλά είναι τουλάχιστον χίλιες πεντακόσιες!) εμπνεύστηκε μια σειρά συνθέσεων γι’ αυτές. Λίμνη της Γενεύης ή Lac Léman (στη γαλλική), Λίμνη Λουγκάνο (ή Lago di Lugano όπως τη λένε οι Ιταλοί) εκεί στα σύνορα Ιταλίας-Ελβετίας, Λίμνη της Νεσατέλ (Lac de Neuchâtel) κ.λπ. Με τις εικόνες αυτές λοιπόν κατά νου, και με συνοδοιπόρους στο όραμά του τους Manuel Pramotton τενόρο, Alessandro Maiorino κοντραμπάσο, Giacomo Reggiani ντραμς και René Mosele τρομπόνι, ο Monetta θα μπει στο στούντιο πριν ένα χρόνο (Φλεβάρης, 2017), για να ηχογραφήσει το “Lakes” [JFM Records], ένα CD που τελικώς θα κυκλοφορήσει προς το τέλος της προηγούμενης χρονιάς.
Ακούγοντας το άλμπουμ λέω σαφώς (και προφανώς) πως κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει (δια της ακροάσεως και μόνον) την πηγή τής έμπνευσης τού Monetta. Τούτο όμως δεν σημαίνει κάτι. Δεν σημαίνει τίποτα, γιατί η μουσική (και η μουσική του Monetta) αποκτά ή όχι αξία από ’κείνο που συμβαίνει και όχι απ’ όσα συνέβαλαν στο να συμβεί.
Jazz λοιπόν… ευρωπαϊκού τύπου, που περιστρέφεται κάθε φορά γύρω από μια βασική ιδέα.
Άλλοτε η ιδέα αυτή είναι… ρυθμική και πάνω στο παίξιμο τού rhythm section χτίζεται ή χτίζονται οι συνακόλουθες μελωδίες, ενώ άλλοτε οι μελωδίες ξεπετάγονται από την αρχή, δίχως (αρχική) εμφανή ρυθμική στήριξη από το μπάσο-ντραμς. Σε κάθε περίπτωση το ενδιαφέρον παραμένει υψηλό. Οι συνθέσεις του Monetta «γεμίζουν» χαλαρά και χωρίς άγχος με το χρόνο, με τα πνευστά (τενόρο σαξόφωνο, τρομπόνι) να έχουν σοβαρά μερίδια στις ενορχηστρώσεις, δημιουργώντας, μαζί με το πιάνο, ενδιαφέρουσες αντιστικτικές λεπτομέρειες, που κάνουν την ουσία να φαίνεται… ακριβότερη και μεγαλύτερη. 
Ο Monetta είναι ένας ενδιαφέρων συνθέτης, με στιγμές αληθινής έμπνευσης, αν κρίνω από το πώς αναπτύσσεται η κορυφαία στιγμή τού “Lakes”, που αφορά στη λίμνη της Ζυρίχης (“Zürichsee”). Προφανώς θα ήταν η πιο… ζωηρά όμορφη – πάντα με τα μάτια του Ιταλού.

ΚΩΣΤΑΣ ΦΑΛΚΩΝΗΣ λόγω ψυχής

Παλιά ιστορία… Μερικά τραγούδια δεν μου κάθονται καλά από την πρώτη στιγμή που θα τ’ ακούσω, καθώς για κάποιον ανεξήγητο, σε πρώτη φάση, λόγο τα παίρνω με στραβό μάτι. Ένα τέτοιο ήταν το «Χαμοπούλια», των Κώστα Φαλκώνη / Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου, που τραγουδούσε στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’90 ο Δημήτρης Μπάσης. Το τραγούδι ακουγόταν παντού, αφού ήταν αυτό που λέμε «επιτυχία» και άρα κάποιος που δεν το γούσταρε από την αρχή είχε ακόμη περισσότερους λόγους, ώστε να το βάλει δια παντός στην άκρη. Ευτυχώς, στο «Λόγω Ψυχής» [MINOS EMI / Universal / αυλός], ένα προσωπικό CD του Κώστα Φαλκώνη σε στίχους Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου, δεν υπάρχει τέτοιο τραγούδι –που να μου τη σπάει από την πρώτη φορά– απεναντίας υπάρχουν οκτώ σημερινά εντεχνολαϊκά, και κάπως-ροκ, τραγούδια στην εκφορά τους, σαν κι εκείνα (ή και καλύτερα) που έλεγαν πριν χρόνια (στα τέλη του ’90 και στις αρχές των 00s) ο Γιάννης Κότσιρας ή η Μελίνα Κανά.
Υπό αυτή την έννοια, ίσως, να είναι κάπως παλιομοδίτικα τα τραγούδια των Φαλκώνη / Παπαδόπουλου, αλλά η λέξη αυτή (το «παλιομοδίτικα») δεν μπορεί να είναι ένας χαρακτηρισμός με προκαθορισμένη αρνητική χροιά. Ναι, τα κομμάτια του «Λόγω Ψυχής» μπορεί να μην καινοτομούν κάπου, μπορεί να σου δημιουργούν την εντύπωση, καθώς κυλάει το άλμπουμ, πως κάπου μπορεί και να τα έχεις ξανακούσει (είναι οικείοι οι ρυθμοί, οι μελωδίες, τα λόγια θέλω να πω), όμως δεν πρόκειται για ’κείνο το είδος των τραγουδιών, που θα τα αποκαλούσαμε «αδιάφορα».
Και «Το χρέος», και ο «Φονιάς καιρός» (τραγουδάει και ο Μπάσης, εδώ, μαζί με τον Φαλκώνη), και το «Είμαι γυναίκα» (τραγουδά η Ερωφίλη), και το «Χωρίς αγάπη τίποτα», και το «Αληθινά στο λέω», και το έσχατο «Τα παραμύθια της καρδιάς» (ίσως το ωραιότερο του άλμπουμ) είναι κομμάτια που τ’ ακούς με άνεση – αν και πιο πολύ σαν απότοκα μιας λίγο παλιότερης εποχής. Το είπαμε όμως… No problem.

Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

MARY’S FLOWER SUPERHEAD μια δυνατή μπάντα στο ρόστερ της Inner Ear

Δεν ξέρω πολλά πράγματα για τους Marys Flower Superhead από τη Θεσσαλονίκη. Δεν έχω ακούσει τα προηγούμενα δύο long play τους, ούτε τους έχω δει live, αλλά έχω ακούσει κι έχω γράψει λόγια καλά, εδώ στο δισκορυχείον, για το EP τους “Digesting the Animal” από το 2012, που μάλλον αποτελεί την προτελευταία δουλειά τους. Το λέω, γιατί η τελευταία τους είναι το LP Wealth(2018), που κυκλοφορεί τώρα από την Inner Ear. Μάλιστα, διαβάζοντας τι είχα γράψει τότε για την περίπτωσή τους –«χαρακτηριστικά τους: η ρυθμική συνοχή, τα pop φινιρισμένα φωνητικά, τα electro και rock ηχοχρώματα ή ο συνδυασμός τους, η πλαστικότητα των συνθέσεων, η γενικότερη γνώση, δύναμη και ένταση μέσω των οποίων περιγράφουν τις καταστάσεις»– έχω την εντύπωση, μετά από ένα πρώτο άκουσμα, πως ταιριάζουν μια χαρά και για το “Wealth”.
Το συγκρότημα εμφανίζει έναν… πώς-να-το-πω… καλώς εννοούμενο ερασιτεχνισμό, που συνήθως (αυτός ο ερασιτεχνισμός) τούς βγάζει στην επιφάνεια ή ακόμη και πιο ψηλά (στο ξέφωτο) μερικές φορές. Γιατί, οι Marys Flower Superhead, πέραν των επιμέρους, ξέρουν να γράφουν πολύ καλά τραγούδια, που μπορεί ως «μονάδες» να μην ξεχωρίζουν πάντα (να μην κάνουν, εννοώ, την πολύ μεγάλη διαφορά), αλλά ως σύνολο έχουν τον τρόπο να δημιουργούν πειστικότατες καταστάσεις.
Ακούγοντας λοιπόν ξανά και ξανά το νέο άλμπουμ τους λέω πως η εισαγωγή τους με το “Everything descends” είναι ιδανική, αποτελώντας ένα είδος προτύπου, καλουπιού, για το πώς πρέπει να γράφονται σήμερα τα ποπ τραγούδια (κι εδώ και στο εξωτερικό), αντλώντας «αναφορές» απ’ όλες τις δεκαετίες (από τα 60s έως τα 90s). Στην πορεία όμως τούτη η καλώς εννοούμενη συνταγή δεν ακολουθείται με τον αυτό τρόπο, με αποτέλεσμα η σούμα ελαφρώς να χάνει. Ενώ τα φωνητικά και οι μελωδίες παραμένουν στο ίδιο υψηλό επίπεδο παρατηρείται μια σκλήρυνση του ήχου τους, που οφείλεται στις κιθάρες φυσικά και που δημιουργεί περισσότερο nineties εντυπώσεις-καταστάσεις. Χάνεται, δηλαδή, εκείνο το ηχητικό παιγνίδι, το… δια μέσου των δεκαετιών, και αντικαθίσταται από μια κάπως diy ενοργανική διάθεση, που ναι μεν είναι λειτουργική, αλλά δεν είναι εκείνη που θα βγάλει τους Marys Flower Superhead, για πάντα, πάνω από τα σύννεφα. Φυσικά, και γράφοντας για την πρώτη πλευρά, τα σπουδαία τραγούδια δεν λείπουν. Κι αν δεν υπάρχει κάπου ένα δεύτερο “Everything descends”, υπάρχει ένα σχεδόν το ίδιο εντυπωσιακό, που λέγεται “Like a wolf” και που φανερώνει, και αυτό, τις μεγάλες δυνατότητες του γκρουπ.
Η δεύτερη πλευρά διαθέτει τέσσερα τραγούδια, που, επίσης, στέκονται από ένα άλφα επίπεδο και πάνω, με κορυφαία από ’δω όχι το εισαγωγικό “In the cave” (που παίζει ακόμη και με το dub, ειδικά προς το τέλος), ούτε το επόμενο “Run to the wild” (που ροκάρει… αγρίως, με έξυπνα «κοψίματα» και πάντα με ωραία ποπ φωνητικά), αλλά με τα δύο μεσαίου τέμπο που ακολουθούν, τα “Howling wind” και “All youve been waiting” (και ιδίως το πρώτο απ’ αυτά).
Οι Marys Flower Superhead είναι σίγουρο πως έχουν δυνατότητες για ακόμη πιο… άφθαστα αποτελέσματα. Κάτι, όμως, χρειάζεται να κάνουν. Εγώ θα το πω. Να «σφίξουν» περισσότερο τις συνθέσεις τους, να κατεβάσουν ελαφρώς τις κιθάρες, ανεβάζοντας ελαφρώς τα πλήκτρα (που γενικώς απουσιάζουν, αλλά υπάρχουν στο πρώτο τραγούδι τους) και ν’ αφαιρέσουν από τον ήχο τους αυτήν την ελαφριά μουντάδα (αν και αυτό το τελευταίο θα μπορούσε να αποτελεί και κάτι σαν «σήμα κατατεθέν» τους, οπότε ok). Πάντως, σε γενικές γραμμές είναι… πολύ καλοί.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

BLACK BOX τριήμερο μουσικών ντοκιμαντέρ 2, 3 & 4 Μαρτίου

Ένα τριήμερο φεστιβάλ μουσικών ταινιών θα διεξαχθεί στο χώρο Τέχνης Cinemarian, στο Κουκάκι, στις 2, 3 και 4 Μαρτίου. Ο τίτλος του φεστιβάλ είναι Black Box και οι ταινίες που θα προβληθούν (ντοκιμαντέρ βασικά, αλλά όχι μόνο) σχετίζονται με το punk, το λεγόμενο post-punk, αλλά και μια κατεύθυνση της avant-garde, που μπορεί να γειτνιάζει και μ’ αυτά τα συγκεκριμένα είδη.
Έτσι, λοιπόν, σ’ αυτό το πρώτο τριήμερο, και στην πρώτη μέρα, περιλαμβάνονται α. το βιογραφικό ντοκιμαντέρ Autoluminescent (Αυτόφωτος) σε σκηνοθεσία των Richard Lowenstein και Lynn-Maree Milburn, που αναφέρεται σ’ έναν από τους σημαντικότερους συντελεστές της αυστραλιανής post-punk σκηνής, τον κιθαρίστα, συνθέτη και ερμηνευτή Rowland S. Howard (Crime+The City Solution) και β. το Morphine / Journey of Dreams (σκην. Mark Shuman), με τις παρουσίες, μεταξύ άλλων, των Nick Cave και Wim Wenders, που αναφέρεται φυσικά στους Αμερικανούς Morphine.
Τη δεύτερη μέρα θα προβληθούν οι ταινίες The Clash / Westway to the World (σκην. Don Letts), αφιερωμένη στους Clash προφανώς και ξανά, σε δεύτερη προβολή, το Autoluminescent.
Η τρίτη μέρα θ’ ανοίξει με το Brötzmann / Da gehört die Welt mal mir (σκην. Uli M. Schüppel), ταινία αφιερωμένη στον κιθαρίστα κ.ά. Caspar Brötzmann (γιός του σαξοφωνίστα της free-jazz Peter Brötzmann), γνωστός στους φίλους του πειραματικού rock και μέσω των Caspar Brötzmann Massaker, ενώ θα κλείσει με την επαναπροβολή του Morphine / Journey of Dreams.
Το φεστιβάλ διοργανώνεται από την Carousel Films και το Cinemarian, με τη συνεργασία των δημιουργών-παραγωγών των ταινιών.
Είσοδος 2,5 ευρώ ανά προβολή (οι ταινίες προβάλλονται με ελληνικούς υποτίτλους)
Cinemarian, Γενναίου Κολοκοτρώνη 42, Κουκάκι (στάση «Παιδική Χαρά», τρόλεϊ 1, 5, 15) 

Το BLACK BOX αναβάλλεται για 16, 17 & 18 Μαρτίου, με το ίδιο πρόγραμμα και ώρες προβολής, λόγω τεχνικού προβλήματος.

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

BLUES REVIVAL 37: MISSISSIPPI SHEIKS

Επανεμφανίσεις συγκροτημάτων δεν συνέβησαν μόνο στις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και στη δεκαετία του ’60. Για παράδειγμα οι σπουδαίοι Mississippi Sheiks έσκασαν μύτη και αυτοί στην εποχή τής αναζωογόνησης του blues, υπενθυμίζοντας το παρελθόν τους και την πρωτοκαθεδρία τους, δεκαετίες πριν, στο χώρο.
Το γκρουπ ξεκίνησε τη μικρή στο χρόνο νέα πορεία του το 1961, όταν ένα πρωταρχικό μέλος, ο κιθαρίστας Walter Vinson (1901-1975), συνεργάστηκε με δύο άλλους προπολεμικούς μουσικούς, τον πιανίστα Monkey Joe (Jesse Coleman) και τον κιθαρίστα Sam Hill. Στο μοναδικό session που κατάφεραν να πραγματοποιήσουν, στις αρχές των sixties, για την Riverside (Σικάγο, 6 και 8 Σεπτεμβρίου 1961) εμφανίστηκαν επίσης, μαζί τους, ο μπασίστας Pops Foster και ο ντράμερ Earl Watkins. Τα κομμάτια τους που κυκλοφόρησαν τότε ήταν τέσσερα συνολικώς – όσα παρουσιάστηκαν σε δύο συλλογές τής Riverside.
Ένα δεύτερο session θα πραγματοποιηθεί σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1972, όταν οι Sam Chatmon κιθάρα, φωνή, Walter Vinson κιθάρα, φωνή, Carl Martin βιολί, μαντολίνο, φωνή και Ted Bogan μπάσο, θα βρεθούν μαζί κάτω από το όνομα The New Mississippi Sheiks ηχογραφώντας ένα ολόκληρο άλμπουμ για την Rounder. Ήταν το πρώτο και τελευταίο τους long play.
Δισκογραφία 
1. Various – Chicago / The Living Legends – Riverside RLP 389/390 – 1961 
2. Various – Chicago-The Living Legends / South Side Blues – Riverside RLP 403 – 1961 
3. The New Mississippi Sheiks – Rounder Records 2004 – 1972

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

οι JUMPIN’ BONES κι ένα ελληνικό rhythm n’ blues άλμπουμ μετά από καιρό

Είχα πολύ καιρό ν’ ακούσω ένα ελληνικό συγκρότημα που να παίζει rhythm nblues, κινούμενο πάνω στις κλασικές, ηλεκτρικές ράγες. Να λοιπόν τώρα που συμβαίνει με τους JumpinBones, μια  μπάντα την οποίαν αποτελούν οι Ορέστης Τσικούρης φωνή, φυσαρμόνικα, Δημήτρης Δακόπουλος κιθάρα, Κωνσταντίνος Αλούπης μπάσο και Σπύρος Γαβαλάς ντραμς.
Οι JumpinBones σχηματίστηκαν στην Αθήνα πριν τέσσερα χρόνια, κυκλοφόρησαν τα τραγούδια τους στην αρχή ψηφιακά, ενώ τώρα τα βλέπουν και σε ωραίο βινύλιο τυπωμένο από την Ikaros Records. Δικά τους τραγούδια λένε βασικά στο Marrowαλλά έχουν και κάποιες διασκευές, που δεν είναι όμως, σώνει και καλά, οι κλασικές. Να… ας πούμε… διασκευάζουν το θέμα του “Spiderman” (των RobertBobHarris και Paul Frnacis Webster) και ακόμη το “Down in Mexico” (των Coasters, δηλαδή των Leiber & Stoller), ενώ τα υπόλοιπα επτά τραγούδια τού LP είναι δικά τους.
Το συγκρότημα παίζει με φόρα και με δύναμη, κάτι που είναι ακουστό από την πρώτη στιγμή, έχει δυνατό αρμονικίστα, που βγάζει γεμάτο ήχο, ωραίο κιθαρίστα που παίζει soli, riffs, όπως και ρυθμικά, με… ορατή άνεση και, βεβαίως, ρυθμικό τμήμα που δένει άψογα το όλον. Λίγο η φωνή με κρατάει κάπως πίσω, αλλά ok, δεν είναι εύκολο να βρεις στην Ελλάδα τις τέλειες rhythm nblues φωνές… και σ’ αυτό τον τομέα δεν πρέπει να έχουμε τις μέγιστες απαιτήσεις (και τούτο το λέω, δίχως να υπονοώ πως ο τραγουδιστής των JumpinBones δεν κάνει καλή δουλειά και πως δεν είναι επαρκής).
Το άλμπουμ ανοίγει με το “T.I.N.A. boogie” (ξέρετε ποια είναι η Τ.Ι.Ν.Α.), συνεχίζει στο ίδιο φουριόζο τέμπο με το θέμα του “Spiderman”, για ν’ ακολουθήσει το “Stop worryinbabe”, που δείχνει τη δυνατότητα των JumpinBones να φτιάχνουν ωραία rhythm nblues, με μικροαλλαγές, κοψίματα, breaks και soli, που έχουν τον τρόπο να μη σε κατεβάζουν από την πίστα. Λέμε τώρα… αλλά γιατί όχι; Τα τραγούδια τού αθηναϊκού γκρουπ το έχουν το jump στοιχείο, αν μετρήσουμε το γεγονός πως σχεδόν όλα δεν κατεβάζουν στροφές, καθώς, το ένα μετά το άλλο, προσφέρουν τα σωστά και απαραίτητα χορευτικά vibes. Και λέμε πάντα για την πρώτη πλευρά, που κλείνει μ’ ένα ακόμη εξαιρετικό όσο και γρήγορο r&b, το “Drummers heart blues”.
Όμως και η B Side ξεκινά το ίδιο εντυπωσιακά με το “Gonna have to pay”, για ν’ ακολουθήσει το μοναδικό, ουσιαστικά, αργό κομμάτι τού LP, που, και αυτό, δίνει τη δυνατότητα στην μπάντα ν’ αποδείξει πως είναι έτοιμη για μεγάλα πράγματα (στο είδος της). Το “Marrow” θα ολοκληρωθεί με την πολύ καλή, mid-tempo βασικά, διασκευή του “Down in Mexico” και από ’κει και πέρα μ’ ένα ακόμη γρήγορο track (το “Double pleasure”), που είναι ό,τι πρέπει για κλείσιμο.
Απλά πράγματα έχουμε εδώ, που πρέπει όμως να έχεις και ψυχή και τεχνική για να μπορέσεις να τα παίξεις τόσο ωραία.

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

MIKΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 80

22/2/2018
Κι ένα τρίτο στη σειρά κινηματογραφικό ποστ, για πολύ γερούς φίλους του ελληνικού σινεμά αυτή τη φορά.
Πρόκειται… «για την ιστορία ενός νέου, επιληπτικού, μοναχικού ανθρώπου, που η μόνη του συντροφιά ήταν τα περιστέρια. Κάποτε μπαίνει στη ζωή του μια παντρεμένη γυναίκα. Μετά από μια πορεία, εκεί όπου αναλύονται όλα τα προβλήματα της τότε κοινωνίας, καταλήγει στο να σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια ό,τι αγάπησε περισσότερο: τα περιστέρια και τη γυναίκα».
Ξέρετε για ποια ταινία (μεγάλου μήκους) πρόκειται; Την έχετε δει μήπως;

22/2/2018 
Δεν ξέρω πόσοι έχουν πάρει χαμπάρι την ελληνική ταινία «Έτερος Εγώ», παραγωγής 2016. Η ταινία, που είναι θρίλερ, με σίριαλ κίλερ και με αναφορές στον Πυθαγόρα, σαρώνει στο YouTube, καθώς έχει κοντά στις 700 χιλιάδες θεάσεις σε λιγότερο από δυο μήνες. Διθυραμβικά είναι δε και τα σχόλια, κάτω από την ταινία, από ανθρώπους που τονίζουν τα… ευρωπαϊκά ή τα αμερικάνικα τεχνικά χαρακτηριστικά της κ.λπ. Σε κάθε περίπτωση η ταινία είναι ψυχαγωγική, χωρίς να είναι φτηνοκωμωδία ή επιδεικτικά αλλόκοτη, όπως οι ταινίες του Λάνθιμου πι χι.  
Είδα λοιπόν την ταινία και δεν το μετάνιωσα. Είναι όντως καλογυρισμένη, αλλά χάνει σε πολλά. Κατ’ αρχάς δεν έχει ανατροπές, καθώς από πολύ νωρίς καδράρεις το δολοφόνο. Δεύτερον, έχει γενικά άνευρους πρωταγωνιστές. Στο YouTube χύνουν για τον Δαδακαρίδη (εγκληματολόγος), αλλά εμένα μου φάνηκε λίγος και χωρίς να πείθει, όπως λίγος ήταν και ο Καταλειφός (εντελώς έξω από τα νερά του ως πρύτανης) και όλοι οι υπόλοιποι βασικοί πλην του Μάνου Βακούση (αστυνόμος) – ένας εξαιρετικός έλληνας ηθοποιός, που τον έχω δει ξανά και στο σινεμά και στο θέατρο να διαπρέπει, και για τον οποίον δεν γράφονται πολλά. Η ταινία χάνει και στη μουσική, που ακολουθεί συμβατικούς κανόνες, προεξοφλώντας την αφήγηση κ.λπ., ενώ έχει και ψεύτικους / γυαλισμένους χώρους. Τέλος και ο πυθαγόρειος «μύθος», έτσι όπως αποκαλύπτεται, εντελώς άνευρα και συμβατικά, απεμπολεί, και αυτός, τη γοητεία του. Μπορώ να πω κι άλλα, αλλά δεν υπάρχει λόγος. Εξάλλου, πολλοί μπορεί να μην έχουν δει το φιλμ και να τους τη σπάω…  
(Την ταινία όποιος θέλει τη "χτυπάει" στο YouTube και τη βλέπει) 

22/2/2018 
Επειδή οι Αμερικάνοι χωρίζουν τον κινηματογράφο σ’ εκείνον που φέρνει πίσω λεφτά, πολλά λεφτά, και σ’ εκείνον που δεν φέρνει τίποτα, επινόησαν τα Όσκαρ, στην προσπάθειά τους να πουσάρουν τον πρώτο. Τα Όσκαρ, δηλαδή, είναι τα μόνα κινηματογραφικά βραβεία που έχουν υπαρκτό νόημα (κάτι «Φοίνικες», κάτι «Λιοντάρια» και κάτι «Αρκούδες» είναι απλώς… γυφτοαριστοκρατισμοί των λιγούρηδων Ευρωπαίων), αφού εξαργυρώνονται κατ’ ευθείαν, παγκοσμίως, και όπως πρέπει, στα ταμεία. 
Απ’ αυτό το σημείο, όμως, έως την γελοιότητα της οσκαρολογίας –το να γλείφει δηλαδή όλος ο γλόμπος ένα «σύστημα» κακογουστιάς, χειραγώγησης, δολοπλοκιών και ίντριγκας, συστατικά στοιχεία όλα τούτα της πιο χυδαίας αμερικανίλας– υπάρχει σίγουρα απόσταση.

21/2/2018 
Τράβα-τράβα, όλο και κάτι θα βγει… είναι ο νέος δίσκος του Θανάση Παπακωνσταντίνου με τραγουδιστή το Μάλαμα. Δεν είναι μόνο η χειρότερη εισαγωγή σε ελληνικό δίσκο που έχω ακούσει εδώ και κανα-δυο δεκαετίες, είναι πως με το ζόρι θα βρεις ένα-δυο τραγούδια που να έχουν κάτι να προτείνουν, κάτι που να μη μοιάζει με το χθεσινό και το ξαναειπωμένο. Όλα ίδια κι απαράλλαχτα, τόσα χρόνια τώρα, με τις κιθάρες να στριγγλίζουν σαν υστερικές μανάδες (παραπάλιωσε κι αυτό το «κολπάκι», μέχρι και ο Thurston Moore το σιχάθηκε), με τα ίδια ανακατεματάκια σε σιγανή φουφού για να… χυλώσει η παράδοση, με τις ίδιες στιχουργικές ακριτομυθίες, που δεν περιγράφουν πλέον τίποτα και δεν απαντούν σε τίποτα.  
Μάγκες μου μετά από οκτώ χρόνια διάλυσης των πάντων το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι τραγούδια που δεν τραγουδιούνται και που ακούγονται... σαν τους χρησμούς της Πυθίας. Βαρεθήκαμε. Πείτε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, αν δεν κωλώνετε, αλλιώς αφήστε το… για τ’ απομνημονεύματά σας.  
Μελοποίηση σε Τάσο Λειβαδίτη είναι αυτό...

21/2/2018 
46 χρόνια μετά οι παπάδες, στην Ελλάδα, εξακολουθούν να κυνηγάνε το Jesus Christ Superstar (για το θεατρικό λέμε - η ταινία είναι άλλο κεφάλαιο). Δε βαρέθηκαν; 
Η πρώτη φορά (δεν το ξέρουν πολλοί αυτό) ήταν το 1971-72 (πιθανώς στις αρχές του ’72) και δεν είχε σχέση με τους Πλέσσα-Μαλαβέτα (αυτοί το είχαν ανεβάσει τη σεζόν 1978-79). Να τι είχε πει ο Κώστας Τουρνάς στη Μανίνα στα μέσα του ’70: 
«Εκείνες τις ημέρες στο καλλιτεχνικό σχήμα του Ελατηρίου είχε προσχωρήσει μια περίεργη καλλιτεχνική ομάδα. Αυτή η ομάδα ήταν με επικεφαλής τον Γιάννη Πετρίτση, τον συνθέτη που τον ακούσαμε αργότερα με τον Τρωικό Πόλεμο(…). Με τον Πετρίτση λοιπόν, την Δέσποινα Γλέζου, η οποία απεχώρησε από το Ελατήριο, επανήλθε στο Ελατήριο, αλλά δεν έχει έρθει ακόμη μαζί μας, τον Άρη τον Τασούλη που έπαιζε, αργότερα, πιάνο μ’ εμάς, ένα μπασίστα, τον Θόδωρο –δεν θυμάμαι το επίθετό του– είχε έρθει από την Αμερική. Έλληνας όμως. Μια Αγγλίδα που αργότερα τραγούδησε με τους Morka, τον Μιχάλη Ορφανίδη στα τύμπανα που κοινά τον ξέρουμε ως ‘Ζάππα’ στον μουσικό χώρο. Αυτοί θα παρουσίαζαν το Jesus Christ Superstar στα ελληνικά. Μια πολύ όμορφη και ζεστή δουλειά, η οποία πήγε χαμένη. Πήγε χαμένη γιατί ο παπάς της ενορίας, περνώντας έξω από το Ελατήριο, βλέποντας την αφίσα που το διαφήμιζε, έκανε ολόκληρο σκάνδαλο, με αποτέλεσμα να μη παιχτεί το Jesus Christ Superstar πάνω από μία βδομάδα».  
Υπάρχει και βιβλιαράκι με το λιμπρέτο στα ελληνικά από ’κείνα τα χρόνια, λογικά από την αρχή της Μεταπολίτευσης, χωρίς εκδότη (για το… φόβο των Ιουδαίων), που πουλιόταν, όπως διαβάζουμε στις πρώτες σελίδες του, στα «κάγκελα του Πολυτεχνείου». 

20/2/2018
Είναι λογικό να κόπτεται και ο Μητσοτάκης, που αλλάζει κάθε μέρα τρία λεωφορεία για να πάει στη δουλειά του. (γέλια)
Κυριάκο, πρέπει να έχεις ούμπαλα ακόμη και για να λαϊκίσεις. Δεν είναι τόσο απλό. Άσε να μιλήσει κανας άλλος…

19/2/2018
Πέθανε ο Didier Lockwood, βιολιστής των Magma, ZAO, Gong κ.λπ. στα 62 του. Όσοι ακούμε (και) progressive πολύ τον αγαπήσαμε από τις ηχογραφήσεις του - όχι μόνο με τα γκρουπ, αλλά και από τις προσωπικές του. RIP.

DILEMMA persona graffiti

Το Persona Graffiti [Ankh Productions, 2017] είναι το πέμπτο στούντιο άλμπουμ των Dilemma, του ντουέτου των Σωτήρη Τράγκα φωνή, σαξόφωνα (τενόρο, σοπράνο), πλήκτρα κ.λπ. και Πόπης Νταλαχάνη κιθάρες, πιάνο, εφφέ, πλήκτρα κ.λπ. Οι δύο μουσικοί, διαθέτουν και «βοήθειες» σε φωνή και φωνητικά (Ιωάννα-Βασιλική Κοράκη, Μαρίλυ Κιτσιώνα, Έλενα Φορνάρο, Μαρία Καμπάνη), πιάνο (Μάριος Στρόφαλης), μπάσο (Παναγιώτης Μπουραζάνης) και ντραμς (Θάνος Χατζηαναγνώστου) και όλοι μαζί, βασικοί και «βοήθειες», δημιουργούν ένα CD που κινείται οπωσδήποτε στην αισθητική γραμμή που έχει φτιαχτεί (από τους Dilemma) όλα αυτά τα χρόνια – αν και με ακόμη πιο δυναμικά τραγουδιστικά στοιχεία στην περίπτωσή μας.
Όχι, δεν είναι η πρώτη φορά που επενδύουν στη φωνή οι Dilemma, είναι όμως η πρώτη φορά που οδεύουν προς μιαν απλοποίηση της συνολικότερης εικόνας τους, προσφέροντάς λιτά, αβίαστα και στιβαρά τραγούδια. Αυτός είναι ο στόχος δηλαδή. Και χοντρικώς επιτυγχάνεται.
Ίσως να είναι λοιπόν η διάθεση του γκρουπ να εμφανιστεί, στο “Persona Graffiti”, πιο κοντά στην pop, ίσως να είναι η μετατόπισή του προς πιο φωτεινές περιοχές, από τις οποίες δεν λείπουν και οι (στιχουργικοί) προβληματισμοί σ’ ένα πολιτικοκοινωνικό επίπεδο, σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αποτέλεσμα είναι μετρήσιμο και κατά τόπους πολύ υψηλού επιπέδου. Υπάρχουν τραγούδια των Dilemma, εννοώ, που φέρνουν στη μνήμη μου άξιες βρετανικές μπάντες από τα eighties, όπως τους Its Immaterial ενίοτε ή τους China Crisis άλλοτε –και αναφέρομαι σε τραγούδια σαν τα “Living in a cage” (ίσως το κορυφαίο του άλμπουμ), “Rise and fall” και “Time”– δίχως, πάντως, κανένα από τα υπόλοιπα να πέφτει κάτω από μιαν «άλφα» γραμμή. Περαιτέρω βρίσκω πολύ επιτυχημένη τη χρήση των γυναικείων φωνητικών –κάτι καθόλου αυτονόητο, για ελληνικό γκρουπ–, ενώ δημιουργικές είναι και όλες οι επιμέρους ενοργανικές παρεμβάσεις, τοποθετημένες πάντα στα «σωστά» σημεία.
Εν ολίγοις; Ένα ακόμη δυνατό άλμπουμ, από ένα γκρουπ που χαράζει εδώ και χρόνια τη δική του αθόρυβη πορεία.

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

H ACT MUSIC + VISION ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΟΡΓΑΣΜΟ: Joachim Kühn, Scott Dubois, Diego Pinera, Andreas Schaerer, Iiro Rantala / Ulf Wakenius και Stefano Bollani… σε πρώτη φάση

JOACHIM KÜHN NEW TRIO: Love & Peace [9861-2 ACT, 2018]
Ο Joachim Kühn δεν είναι ένας όποιος κι όποιος τζαζ πιανίστας. Είναι μια σημαίνουσα μορφή της ευρωπαϊκής (γερμανικής) τζαζ ήδη από τα χρόνια του ’60, όταν μαζί με τον κλαρινίστα αδελφό του Rolf Kühn αρχίζουν να περιδιαβαίνουν (μέσα από διάφορους σχηματισμούς) τις εκτάσεις της free jazz (και μιας τομής της με το rock), φτιάχνοντας καταπληκτικούς και σήμερα ιστορικούς, πια, δίσκους. Φυσικά, η καριέρα του Joachim Kühn υπήρξε τεράστια, και οπωσδήποτε πολυδιάστατη, πράγμα που σημαίνει πως πολύ δύσκολα μπορείς να βρεις έναν γενικό, αισθητικό χαρακτηρισμό, που να την διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη. Κεφάλαια μόνον, που, παραταγμένα το ένα μετά το άλλο, μπορούν να οδηγήσουν τον ακροατή σε μιαν αρχή. Όπως «κεφάλαιο», ένα νέο τέλος πάντων «κεφάλαιο», είναι και το… Joachim Kühn New Trio που τώρα κάνει το δεύτερο μόλις βήμα του. Ας υπενθυμίσουμε, λοιπόν, πως είχε προηγηθεί το “Beauty & Truth” το 2016, ενώ τώρα έχουμε τη συνέχειά του με το “Love & Peace”.
Πάντα σε συνεργασία με τους Chris Jennings μπάσο και Eric Schaefer ντραμς, που έχουν τα μισά χρόνια του (να το πούμε αυτό), ο Joachim Kühn δεν φέρνει μόνο παλαιότερες συνθέσεις ξανά στην επικαιρότητα –όπως την “Night plans” του Ornette Coleman, από τη συνεργασία του με τον θρύλο Αμερικανό στο “Colors: Live from Leipzig” [Harmolodic, 1997], το “The crystal ship” των Doors ή το “Le vieux chateau” του Μουσόργκσκι (από το περίφημο «Εικόνες από μια Έκθεση»)–, αλλά βασικά εκείνο που φέρνει είναι μιαν επιμονή στην καλή μελωδία… απ’ όπου κι αν προέρχεται. Γράφοντας, συμμετέχοντας και εναρμονίζοντας παλαιότερες δικές του ή και όχι μελωδίες (όπως είδαμε), ο Kühn κάνει ένα άλμπουμ που οπωσδήποτε εμπεριέχει το “love” (άρα και την… ηχητική ομορφιά) και ενδεχομένως και το “peace”… αν υποτεθεί πως το πρώτο αποτελεί προϋπόθεση για το δεύτερο.
SCOTT DUBOIS: Autumn Wind [9856-2 ACT, 2017]
Κιθαρίστας είναι ο Scott Dubois, περίεργος κιθαρίστας όμως και όχι από τους πιο… τζαζ συνηθισμένους. Κάτι που μπορείς να το διαπιστώσεις και από τις προηγούμενες δουλειές του φυσικά, αλλά ακόμη περισσότερο από τούτην εδώ, το “Autumn Wind”, που σαν άλμπουμ δεν είναι και από τα πλέον… σύννομα  στον κατάλογο της ACT. Ποιο είναι εκείνο που κάνει τη διαφορά στο παρόν 2LP/CD; Μα οι συνθέσεις του Dubois, που είναι όλες δικές του, μυστήριες, ιδιαίτερες και πάντως άκρως ενδιαφέρουσες.
Ο Dubois είναι επηρεασμένος από τη μουσική του 20ου αιώνα. Και μάλιστα από πολλά και διαφορετικά παρακλάδια της. Ο ίδιος μιλάει για δωδεκαφθογγισμό, αλεατορισμό, μινιμαλισμό κ.λπ., δίχως βεβαίως να ξεχνά την μοντέρνα τζαζ σύνθεση και τον δημιουργικό αυτοσχεδιασμό. Αναφορές σε όλες αυτές τις τεχνικές-αισθητικές και τα μουσικά κινήματα διακρίνονται βεβαίως στις συνθέσεις του, που παρότι είναι ιδιόμορφες δεν χάνουν ποτέ την αίσθηση τού μέτρου. Κάτι που φαίνεται ακόμη και από τις καταγραμμένες διάρκειες, οι οποίες σε ελάχιστες περιπτώσεις ξεπερνούν τα επτά ή τα οκτώ λεπτά, καθώς τα περισσότερα από τα δεκατρία tracks διαρκούν τρία, τέσσερα ή πέντε. Οι κιθαρισμοί έχουν βεβαίως τον πρώτο ρόλο εδώ, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη του βασικού κουαρτέτου και ιδίως ο τενορίστας-μπασοκλαρινετίστας Gebhard Ulmann (οι Thomas Morgan και Kresten Osgood είναι στο μπάσο-ντραμς) έχουν πολύ σημαντικό μερίδιο στα δρώμενα. Δίπλα, τώρα, σ’ αυτή τη βασική τετράδα προστίθεται ένα κουαρτέτο εγχόρδων (δύο βιολιά, βιόλα τσέλο) και ακόμη μια τετράδα φιλοξενουμένων μουσικών (σε φλάουτο, όμποε, κλαρινέτο και μπασούν).
Το άκουσμα είναι σε κάθε περίπτωση… άνετο. Παρότι το “Autumn Wind” διαρκεί περί τα 70 λεπτά, πουθενά δεν παρατηρείται «κοιλιά». Οι συνθέσεις είναι πάντα διαυγείς, επεξεργασμένες, με τρομερή δουλειά τόσο στο πρώτο επίπεδο, όσο και στο background. (Άκου π.χ. το “Early November bird formations” με την εισαγωγή των εγχόρδων, τα δυναμικά breaks της κιθάρας, που συν τω χρόνω υποχωρεί σ’ ένα πίσω πλάνο, αφήνοντας μπροστά το τενόρο του Ullmann, που ακούγεται σ’ ένα εκστατικό δημιουργικό σόλο).
Πολύ καλό τζαζ άλμπουμ, που, αφού κινείται (και) πέραν της jazz, δείχνει χαρακτήρα.
DIEGO PINERA: Despertando [9854-2 ACT, 2018]
Ο ουρουγουανός ντράμερ και περκασιονίστας (ζει στη Γερμανία) Diego Pinera δεν είναι καινούριο όνομα στο χώρο της latin-jazz, ούτε ηχογραφεί τώρα για πρώτη φορά. Είναι όμως η πρώτη φορά κατά την οποίαν ένα δικό του άλμπουμ τυπώνεται από μιαν εταιρεία του διαμετρήματος της ACT – κάτι, που μπορεί να σημαίνει πολλά για τον καλό μουσικό. Πόσω μάλλον, όταν η εμφάνισή του στη γερμανική ετικέτα γίνεται μέσω του “Despertando”, ενός πολύ ευχάριστου, σχεδόν… λαϊκού, latin-jazz άλμπουμ, που στοχεύει οπωσδήποτε στην απόλαυση και βεβαίως στα πλατύτερα των ακροατηρίων.
Ο Pinera συνοδεύεται εδώ από τους Tino Derado πιάνο, ακορντεόν, Omar Rodriguez Calvo μπάσο, Daniel Manrique-Smith φλάουτα, Julian Wasserfuhr τρομπέτα, φλούγκελχορν και όλοι μαζί, είτε στις αναπαραγωγές είτε στα πρωτότυπα, δείχνουν και πόσο μουσικάρες είναι και πόσο έχουν εντρυφήσει στην ιστορία τού στυλ (μέσα από τις versions σε συνθέσεις των Ellington / Tizol, Sonny Rollins, Gato Barbieri, Ernesto Lecuona, Emiliano Salvador…). Το άκουσμα –το είπαμε– είναι απολαυστικό. Το κουιντέτο του Diego Pinera είναι πάντα «εκεί» όχι μόνο με το να αναπλάθει την ιστορία, αλλά και με τα δικά του tracks, όπως το εισαγωγικό “Osvaldo por Nueve” ή το έσχατο “Once pasos”, συνθέσεις που σε κερδίζουν με την απλότητα της αφήγησής τους και με τις διακεκαυμένες διασταυρώσεις των παιξιμάτων. Τέλειοι!
ANDREAS SCHAERER: A Novel of Anomaly [9853-2 ACT, 2018]
Για τον φοβερό ελβετό τραγουδιστή και βοκαλίστα έχουμε γράψει τουλάχιστον τρεις φορές στο δισκορυχείον. Την τελευταία, μάλιστα, τον Απρίλη του 2017, όταν αναφερθήκαμε στο άλμπουμ του “The Big Wig” (επίσης στην ACT). Τώρα, λιγότερο από ένα χρόνο μετά, ο Schaerer έχει ένα ακόμη έξοχο CD στην ACT – ένα από τα ωραιότερα με τραγούδι, που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. Είναι απίστευτος ο Schaerer, είναι μοναδικός ο τρόπος που ενδύεται διάφορες φωνητικές / τραγουδιστικές περσόνες, και μάλιστα σε διαφορετικές γλώσσες, δημιουργώντας μοναδικά «τοπία». Βεβαίως και οι μουσικοί που τον συνοδεύουν (κάποιοι συνθέτουν κιόλας), δηλαδή οι Luciano Biondini ακορντεόν, Kalle Kalima κιθάρα και Lucas Niggli ντραμς (όλοι τους άσσοι και με γερό παρελθόν) δεν μένουν πίσω, αλλά ο Schaerer όπως και να το κάνουμε είναι εκείνος που πρωταγωνιστεί στο “A Novel of Anomaly”. Τραγούδια λοιπόν, που υπογραμμίζουν τις διαφορετικές καταγωγές των μελών του γκρουπ (Ιταλία, Φινλανδία… με τον Schaerer να τραγουδά ακόμη και σε μια διάλεκτο τού γερμανικού κομματιού, του καντονίου στο οποίο μεγάλωσε!) και που έχουν τον τρόπο να σε παρασύρουν άλλοτε με τον συγκρατημένο λυρισμό τους, και άλλοτε με την πηγαία εξωστρέφειά τους.
Ένα άλμπουμ, που λειτουργεί ως ύμνος για τη φωνή, είναι το “A Novel of Anomaly”, με μουσικές αναφορές πέραν των ορίων, που μπορεί να συμβολίζουν τα υπόλοιπα τρία όργανα. Αριστούργημα το “Stagione” και εκπληκτικά τα “Planet Zumo”, “Fiore salino”, “Getalateria” (άπιαστη ροκιά), “Signor Giudice” και “Flood”, δίχως να υπολείπεται κανένα από τα υπόλοιπα tracks.
IIRO RANTALA & ULF WAKENIUS: Good Stuff [9851-2 ACT, 2017]
Δύο μουσικοί, ο Φινλανδός Iiro Rantala και ο Σουηδός Ulf Wakenius, και δύο όργανα, το πιάνο και η ακουστική κιθάρα, εδώ, σε δρόμους… ας τους πούμε παράλληλους. Περί τίνος πρόκειται; Μα το είπαμε… Συνθέσεις, πρωτότυπες και διασκευασμένες, για αυτά τα δύο τόσο διαφορετικά όργανα, που άλλοτε συμπλέουν και άλλοτε εναλλάσσουν ρόλους, ρυθμικούς και μελωδικούς, επιχειρώντας να συνομιλήσουν δίχως χάσματα τονικά, ακουστικά κ.λπ. Δύσκολο εγχείρημα, με τα ζόρια να εντοπίζονται στη δυναμική των δύο οργάνων (ένταση), στα ανόμοια ηχοχρώματά τους, στη μικρή διάρκεια του ήχου της κιθάρας (σε σχέση με το πιάνο) κ.λπ., αλλά επειδή ο Rantala και ο Wakenius είναι μεγάλοι μουσικοί (κι επειδή στην παραγωγή είναι ο ίδιος ο Siggi Loch) οι σκόπελοι αποφεύγονται με τρόπο.
Το ρεπερτόριο φυσικά είναι κλασικό. Και κλασικό-κλασικό (Bizet, Puccini) και jazz (Coltrane) και pop (Louis Armstrong, Stevie Wonder), συν τις συνθέσεις των Wakenius και Rantala, που δημιουργούν τις κατάλληλες γέφυρες ώστε οι δύο μουσικοί να περνούν από το ένα στο άλλο δίχως πρόβλημα.
Υπάρχει, τέλος, και μια γεωγραφική διάσταση στο project, καθώς οι πρωτότυπες συνθέσεις τιτλοφορούνται με ονομασίες τού τύπου… “Vienna”, “Helsinki”, “Palma”, “Seoul”, “Berlin” και “Rome”, υποδηλώνοντας κατά μίαν έννοια και την ηχητική διάστασή τους.
Ενδιαφέρουσα προσπάθεια, οπωσδήποτε, ολοκληρωμένη από δύο παικταράδες, που δεν χρειάζονται συστάσεις.
STEFANO BOLLANI TRIO: Mediterraneo [9849-2 ACT, 2017]
Πρέπει να ήταν 2008, στο Θέατρο Βράχων, όταν είχα δει live τον ιταλό πιανίστα Stefano Bollani. Τώρα να πω πως εκείνη η παράσταση ήταν εκπληκτική –μία από τις 3-4 ωραιότερες τζαζ, που έχει τύχει ποτέ να παρακολουθήσω– θα πω κάτι κοινότοπο, όπως κοινότοπα θ’ ακουστούν όσα υπερθετικά και να παραθέσεις για τον Bollani. Μεγάλος μουσικός, με πάντα φρέσκιες ιδέες, που, ευτυχώς, συχνά γίνονται και δίσκοι – αυτό να πούμε. Όπως το παρόν “Mediterraneo” για παράδειγμα, που αποτελεί κατά βάση την ηχογράφηση του 17ου κονσέρτου Jazz at Berlin Philharmonic και που φέρνει σ’ επαφή το τρίο του Bollani (ο ίδιος στο πιάνο φυσικά, ο Jesper Bodilsen μπάσο, ο Morten Lund ντραμς), με τον ακορντεονίστα Vincent Peirani και βεβαίως με τα έγχορδα και με τα πνευστά της ορχήστρας (την οποία διευθύνει ο Geir Lysne).
Το κόνσεπτ εδώ έχει να κάνει με την ιταλική μουσική. Με μεγάλα κεφάλαια της ιταλικής μουσικής, τα οποία ο Bollani μαεστρικά ενώνει, πλάθοντας μιαν απολαυστική ηχητική ιστορία για όλους. Συνθέσεις των Monteverdi, Rota (“Amarcord”), Morricone (“Chi Mai”, «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος»…), Puccini, Rossini καθώς και το απίθανο “Azzuro” του Paolo Conte, που έγινε πασίγνωστο από τον Adriano Celentano, εναλλάσσονται στο σετ τού Bollani και βεβαίως στο CD, δημιουργώντας ανεπανάληπτα ευφρόσυνα ρίγη.
Ας σημειώσουμε, λοιπόν, πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με απλές… νοσταλγικές διασκευές, ούτε με κάποιαν ανούσια συρραφή προορισμένη για φτηνή κατανάλωση. Απεναντίας, πρόκειται για ένα, και κατ’ αρχάς, υπεράνω κριτικής σετ, το οποίο (ξανα)απογειώνει ο Bollani, με τις ευφάνταστες διασκευές του, από τις οποίες δεν απουσιάζουν ούτε το χτίσιμο νέων μελωδιών, ούτε το χιούμορ, ούτε ο αυτοσχεδιασμός, ούτε η πρωτοπορία, ούτε η λαϊκότητα. Όπως πρέπει να συμβαίνει, και συμβαίνει, με τις παραστάσεις των πραγματικά μεγάλων καλλιτεχνών. 

Η ACT Music + Vision εισάγεται από την AN Music